Τι σημαίνει μεταμορφώθηκε;

Αλλά όταν έφθασε η ογδόη, όπως έχει λεχθεί, ο Κύριος παραλαμβάνοντας τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί διότι πάντοτε, ή από όλους, και τους Αποστόλους ακόμη, απομακρυνόμενος προσευχόταν, όπως, όταν έθρεψε με πέντε άρτους και δύο ψάρια τους πέντε χιλιάδες άνδρες μαζί με γυναίκες και παιδιά, αμέσως τους απέλυσε όλους και ανάγκασε όλους τους μαθητάς να εμβούν στο πλοίο, και αυτός ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί ή παίρνοντας μαζί του λίγους, εκείνους που υπερείχαν από τους άλλους πράγματι και όταν επλησίαζε το σωτηριώδες πάθος, στους μεν άλλους μαθητάς λέγει, καθήσατε εδώ, έως ότου προσευχηθώ παίρνει δε μαζί του τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Αυτούς λοιπόν, αφού παρέλαβε κι εδώ μόνους, τους ανεβάζει ιδιαιτέρως σε όρος υψηλό και μεταμορφώθηκε εμπρός τους, δηλαδή ενώ αυτοί έβλεπαν.

Τι σημαίνει μεταμορφώθηκε; Λέγει ο Χρυσόστομος θεολόγος άνοιξε, όπως ευδόκησε, ολίγο από τη θεότητα κι έδειξε στους μύστες τον ένοικο Θεό. «Διότι, ενώ προσευχόταν», όπως λέγει ο Λουκάς, «το είδος του έγινε διαφορετικό», «έλαμψε σαν ήλιος», όπως γράφει ο Ματθαίος είπε δε «σαν ήλιος», όχι για να εκλάβει κανείς ως αισθητό το φως εκείνο, μακριά από τη νοητική αβλεψία εκείνων που δεν μπορούν να εννοήσουν τίποτε υψηλότερο από τα κατ’ αίσθηση φαινόμενα, αλλά για να γνωρίσωμε ότι εκείνο που για τους ζώντας κατ’ αίσθηση και βλέποντας δια της αισθήσεως είναι ο ήλιος, τούτο για τους ζώντας κατά πνεύμα και βλέποντας δια του Πνεύματος είναι ο Χριστός ως Θεός, και δεν υπάρχει ανάγκη άλλου φωτός για τους θεοειδείς κατά την θεοπτία διότι για τους αϊδίους αυτός είναι φως και όχι άλλο τι χρειάζεται δεύτερο φως σ’ εκείνους που έχουν το μέγιστο;

Όταν δε προσευχόταν έτσι, έλαμψε το απόρρητο εκείνο φως κι εφανέρωσε απορρήτως στους προκρίτους των μαθητών, ενώ ήσαν παρόντες οι κορυφαίοι προφήτες, για να δείξει ότι πρόξενος της μακαρίας εκείνης θέας είναι η προσευχή και να μάθωμε ότι δια του πλησιάσματος προς τον Θεό κατά την αρετή και της κατά τον νου ενώσεως προς αυτόν, προκαλείται και αναφαίνεται εκείνη η λαμπρότης, διδομένη σε όλους και βλεπομένη από όλους τους αδιαλείπτως υψουμένους δι’ ακριβούς αγαθοεργίας και ειλικρινούς προσευχής. Διότι, λέγει, κάλλος αληθινό και ερασμιώτατο, που θεωρείται μόνο από τον καθαρμένο στον νου, είναι το σχετικό με τη θεία και μακαρία φύση, με τις μαρμαρυγές και τις χάριτες του οποίου όποιος το αντικρύσει, μεταλαμβάνει κάτι από αυτό, σαν να ξαναχρωματίζεται στο πρόσωπό του με μια χαριτωμένη λάμψη. Γι’ αυτό και ο Μωυσής, όταν συνομιλούσε με τον Θεό εδοξάσθηκε στο πρόσωπο.

Βλέπετε ότι και ο Μωυσής μεταμορφώθηκε αφού ανέβηκε στο όρος, κι έτσι είδε τη δόξα του Κυρίου. Αλλά υπέστη τη μεταμόρφωση, δεν την ενήργησε, συμφώνως προς τον λέγοντα ότι, σ’ αυτό με φέρει το μέτριο φέγγος της αληθείας, να ιδώ και να πάθω την λαμπρότητα του Θεού. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός όμως είχε μόνος του τη λαμπρότητα εκείνη γι’ αυτό αυτός δεν εχρειαζόταν ούτε προσευχή που λαμπρύνει το σώμα με θείο φως, αλλά υπεδείκνυε από που θα προσγίνει στους αγίους η λαμπρότης του Θεού και πώς θα ιδωθεί από αυτούς• διότι θα λάμψουν και οι δίκαιοι σαν ήλιος στη βασιλεία του Πατρός των κι έτσι γινόμενοι ολόκληροι θείο φως, ως γεννήματα θείου φωτός, θα ιδούν απορρήτως τον θείο υπερλάμποντα Χριστό, από του οποίου τη θεότητα προερχομένη φυσικώς η δόξα εφάνηκε κοινή και στο σώμα τους επί του Θαβώρ εξ αιτίας του ενιαίου της υποστάσεως.

Έτσι και δια μέσου τοιούτου φωτός έλαμψε το πρόσωπό του σαν ο ήλιος. Εκείνοι δε που στην εποχή μας προβάλλουν την ελληνική παιδεία και τη σοφία του Κόσμου τούτου και έχουν προτιμήσει να μη υπακούουν καθόλου στους πνευματικούς άνδρες επί των ζητημάτων του Πνεύματος, αλλά και ν’ αντιλέγουν, ακούοντας για φως της μεταμορφώσεως του Κυρίου επάνω στο όρος, για το φως που εθεάθηκε από τους αποστολικούς οφθαλμούς, κατέρχονται αμέσως στο αισθητό και κτιστό φως κατεβάζουν σ’ αυτό εκείνο το άυλο και ανέσπερο και αΐδιο που είναι όχι μόνο επάνω από την αίσθηση αλλά και επάνω από τον νου, επειδή αυτοί ευρίσκονται κάτω και δεν μπορούν να καταλάβουν τίποτε επάνω από τα γήινα. Και όμως αυτός που έλαμψε κατά τούτο, απέδειξε από πριν ότι αυτό είναι άκτιστο, αφού το εκάλεσε βασιλεία του Θεού διότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι δούλη και κτιστή, αλλά αυτή μόνη από όλες είναι ανυπότακτη και αήττητη, και πέρα από κάθε χρόνο και αιώνα, και δεν είναι σωστό, λέγει, ότι έχει αρχίσει ή ότι φθάνεται από αιώνες και χρόνους η βασιλεία του Θεού. Αυτή πιστεύομε ότι είναι η κληρονομία των σωζομένων.

Επειδή δε ο Κύριος, όταν μεταμορφώθηκε, έλαμψε κι έδειξε τη δόξα και τη λαμπρότητα και το φως εκείνο, και θα έλθει πάλι όπως ειδώθηκε από τους μαθητάς στο όρος, άρα προσέλαβε και θα έχει στους αιώνες κάποιο φως που δεν είχε προηγουμένως; Μακριά από αυτή τη βλασφημία διότι όποιος λέγει τούτο, θα δεχθεί τρεις φύσεις στον Χριστό, τη θεία, την ανθρωπίνη και την εκείνου του φωτός επομένως δεν εφανέρωσε άλλη λαμπρότητα, αλλ’ εκείνην που είχε αφανώς. Είχε δε κρυμμένην κάτω από τη σάρκα τη λαμπρότητα της θείας φύσεως. Επομένως το φως εκείνο είναι της θεότητος και είναι άκτιστο επειδή, κατά τους θεολόγους, ο Χριστός μεταμορφώθηκε, όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν ούτε μεταβαλλόμενος σε κάτι που δεν ήταν, αλλά φανερώνοντας στους μαθητάς του ό,τι ήταν, αφού τους άνοιξε τα μάτια και από τυφλούς τους κατέστησε βλέποντας. Βλέπεις ότι οι κατά φύση βλέποντες οφθαλμοί είναι τυφλοί προς το φως εκείνο;

Επομένως ούτε εκείνο το φως είναι αισθητό ούτε οι βλέποντες έβλεπαν απλώς με αισθητικούς οφθαλμούς, αλλά με οφθαλμούς που είχαν μετασκευασθεί δια της δυνάμεως του θείου Πνεύματος.
Εναλλάχθηκαν λοιπόν, κι έτσι είδαν την εναλλαγή, την οποία δεν έλαβε προσφάτως το φύραμά μας, αλλά από τη στιγμή της προσλήψεως, οπότε εθεώθηκε δια της ενώσεως με τον Λόγο του Θεού. Γι’ αυτό και εκείνη που συνέλαβε παρθενικώς και εγέννησε παραδόξως ανεγνώρισε τον από αυτήν τεχθέντα ως σαρκοφόρο Θεό, καθώς και ο Συμεών που τον επήρε στα χέρια του ως βρέφος και η πρεσβύτις Άννα που τον συναπήντησε διότι η θεία δύναμις διακρινόταν από τους έχοντας καθαρούς τους οφθαλμούς της καρδίας, σαν να διέλαμπε ανάμεσα από υαλίνους υμένες.

Γιατί δεν παίρνει από τους άλλους τους κορυφαίους και τους ανεβάζει, και μάλιστα ιδιαιτέρως μόνους αυτούς; Οπωσδήποτε για να υποδείξει κάτι μεγάλο και μυστικό. Πώς λοιπόν θα ήταν μεγάλο και μυστικό η θέα του αισθητού φωτός, την οποία είχαν οι ίδιοι οι επίλεκτοι πριν ανεβασθούν και μαζί με αυτούς οι απομείναντες κάτω; Και ποια ανάγκη της δυνάμεως του Πνεύματος και της ενισχύσεως δι’ αυτής ή της εναλλαγής οφθαλμών για τη θέα του φωτός εκείνου θα είχαν αυτοί, αν τούτο ήταν αισθητό και κτιστό;
Πώς δε μπορεί να είναι δόξα και βασιλεία του Πατρός και του Πνεύματος το αισθητό φως;

Πώς δε σε τέτοια δόξα και βασιλεία θα έλθει ο Χριστός κατά τον μέλλοντα αιώνα, οπότε δεν θα υπάρχει ανάγκη ούτε αέρος ούτε φωτός ούτε τόπου ούτε άλλων παρομοίων στοιχείων, αλλά σύμφωνα με τον απόστολο αντί όλων θα είναι για μας ο Θεός; Εάν δε θα είναι αντί όλων, θα είναι οπωσδήποτε και αντί του φωτός. Από αυτά αποδεικνύεται πάλι ότι το φως εκείνο είναι της θεότητος, επειδή και ο θεολογικώτατος από τους ευαγγελιστάς Ιωάννης, δια του βιβλίου της Αποκαλύψεως δηλώνει ότι η μέλλουσα και μένουσα εκείνη πόλις «δεν έχει χρεία του ηλίου ούτε της σελήνης, για να φέγγουν σ’ αυτήν• διότι την εφώτισε η δόξα του Θεού και ο λύχνος της, το αρνί».

Άρα δεν μας υπέδειξε στο σημείο αυτό τον Ιησού που τώρα μεταμορφώθηκε θείως στο Θαβώριο, ο οποίος έχει μεν ως λύχνο το σώμα, αντί για φως δε έχει τη δόξα της θεότητος που εφανερώθηκε επάνω στο όρος στους συνοδούς που ανέβηκαν μαζί του; Αλλά και για τους κατοικούντας σ’ εκείνη την πόλη λέγει ο ίδιος ότι «δεν θα έχουν ανάγκη φωτός του λύχνου αλλά φωτός του ηλίου, διότι θα φωτίσει σ’ αυτούς ο Κύριος ο Θεός, και δεν θα υπάρχει πλέον νύκτα». Τι είναι λοιπόν το φως τούτο, στο οποίο δεν υπάρχει παραλλαγή ούτε σκιώδης μετατροπή; Τι είναι το αμετάτρεπτο και ανέσπερο τούτο φως; Δεν είναι της θεότητος;

Αλλά και ο Μωυσής και ο Ηλίας, και μάλιστα ο Μωυσής, που ήταν ψυχή μη ενσώματη, πως φάνηκαν κι εδοξάσθηκαν δι’ αισθητού φωτός; Διότι και αυτοί, που εφάνηκαν τότε ενδόξως, έλεγαν ποιο τέλος θα είχε στην Ιερουσαλήμ. Πώς δε και οι Απόστολοι ανεγνώρισαν εκείνους που δεν είχαν δει προηγουμένως, αν όχι δια της αποκαλυπτικής δυνάμεως του φωτός εκείνου; Αλλά, για να μην ταλαιπωρούμε πολλή ώρα τη διάνοιά σας, τα μεν υπόλοιπα των ευαγγελικών λόγων θα επιφυλάξωμε για την ώρα της πανίερης και θείας λειτουργίας. Πιστεύοντας δε, όπως εδιδαχθήκαμε από τους φωτισθέντας από τον Χριστό, που μόνοι γνωρίζουν ακριβώς (διότι τα μυστήριά μου, λέγει ο Θεός δια του προφήτου, είναι για μένα και για τους ιδικούς μου) καλώς λοιπόν πιστεύοντας, όπως εδιδαχθήκαμε, και κατανοώντας το μυστήριο της μεταμορφώσεως του Κυρίου, ας βαδίσουμε προς τη λάμψη εκείνου του φωτός και, αφού αγαπήσωμε το κάλλος της αναλλοίωτης δόξας, ας εκκαθαρίσωμε το όμμα της διανοίας από τους γηΐνους μολυσμούς, περιφρονώντας κάθε τερπνό και ωραίο, που δεν είναι μόνιμο το οποίο, και αν ακόμη είναι γλυκύ, προξενεί την αιώνια οδύνη, και αν φέρει ομορφιά στο σώμα, αλλά ενδύει την ψυχή μ’ εκείνον τον δυσειδή χιτώνα της αμαρτίας, εξ αιτίας του οποίου, αφού εδέθηκε χειροπόδαρα αυτός που δεν είχε το ένδυμα της άφθαρτης συναφείας εξάγεται σ’ εκείνο το πυρ και το σκότος το εξώτερο.

Από αυτό είθε να λυτρωθούμε όλοι με την έλλαμψη κι επίγνωση του αΰλου και αϊδίου φωτός της μεταμορφώσεως του Κυρίου, σε δόξα αυτού και του ανάρχου Πατρός του και του ζωοποιού Πνεύματος, των οποίων μία και η αυτή είναι η λαμπρότης και θεότης και δόξα και βασιλεία και δύναμις, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.
Γένοιτο.

αν σας άρεσε το άρθρό κοινοποιήστε το:

Πρόσφατα άρθρα

Ο αχάριστος είναι πάντα λυπημένος.

  -Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι, ενώ τα έχουν όλα, νιώθουν άγχος και στενοχώρια; -Όταν βλέπετε έναν άνθρωπο να έχει μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τίποτε δεν του λείπει, να ξέρετε ότι του λείπει ο Θεός. Όποιος τα έχει όλα, και υλικά αγαθά και υγεία, και, αντί να ευγνωμοσύνη τον Θεό , έχει παράλογες απαιτήσεις και γκρινιάζει, είναι για την κόλαση με τα παπούτσια. Ο άνθρωπος, όταν έχει ευγνωμοσύνη, με όλα είναι ευχαριστημένος. Σκέφτεται τι του δίνει ο Θεός κάθε μέρα και χαίρεται τα πάντα. Όταν όμως είναι αχάριστος, με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένος γκρινιάζει και βασανίζεται με όλα. Αν, ας πούμε, δεν εκτιμάει την λιακάδα και γκρινιάζει, έρχεται ο Βαρδάρης και τον παγώνει …; Δεν θέλει την λιακάδα θέλει το τουρτούρισμα που προκαλεί ο Βαρδάρης. -Γέροντα, τι θέλετε να πείτε μ’ αυτό; -Θέλω να πω ότι, αν δεν αναγνωρίζουμε τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός και γκρινιάζουμε, έρχονται οι δοκιμασίες και μαζευόμαστε κουβάρι. Όχι, αλήθεια σας λέω, όποιος έχει αυτό το τυπικό , την συνήθεια της γκρίνιας, να ξέρει ότι θα του έρθει σκαμπιλάκι από τον Θεό, για να ξοφλήσει τουλάχιστον λίγο σ’ αυτήν την ζωή. Και αν δεν του έρθει σκαμπιλάκι, αυτό θα είναι χειρότερο, γιατί τότε θα τα πληρώσει όλα μία και καλή στην άλλη ζωή. -Δηλαδή , Γέροντα, η γκρίνια μπορεί να είναι συνήθεια; -Γίνεται συνήθεια, γιατί η γκρίνια φέρνει γκρίνια και η κακομοιριά φέρνει κακομοιριά. Όποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριά και αποθηκεύει άγχος. Ενώ, όποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται την θεϊκή χαρά και την αιώνια ευλογία. Ο γκρινιάρης, όσες ευλογίες κι αν του δώσει ο Θεός, δεν τις αναγνωρίζει. Γι’ αυτό απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και τον πλησιάζει ο πειρασμός τον κυνηγάει συνέχεια ο πειρασμός και του φέρνει όλο αναποδιές, ενώ τον ευγνώμονα τον κυνηγάει ο Θεός με τις ευλογίες Του. Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία, την οποία ήλεγξε ο Χριστός. «Ούχ οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα που», είπε στον λεπρό που επέστρεψε να Τον ευχαριστήσει . Ο Χριστός ζήτησε την ευγνωμοσύνη από τους δέκα λεπρούς όχι για τον εαυτό Του αλλά για τους ίδιους, γιατί η ευγνωμοσύνη εκείνους θα ωφελούσε. Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου

διαβάστε περισσότερα »

Mείζων εν γεννητοίς γυναικών ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.

Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ανήκει στη χωρία των μεγάλων προφητών και ομολογητών της πίστεώς μας. Ο Ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός τον χαρακτήρισε ως το μέγιστο άνθρωπο που φάνηκε στον κόσμο: «αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του βαπτιστού» (Ματθ.11,11). Η αγία μας Εκκλησία τον έθεσε σε τιμή μετά τη Θεοτόκο, μάλιστα στην εικονογραφία παριστάνεται μαζί με την Παναγία μας να ικετεύει για τη σωτηρία του κόσμου. Είναι η γνωστή εικονογράφηση της «δεήσεως». Ο μεγάλος αυτός άνδρας πάνω απ’ όλα είναι ο πρόδρομος της εμφανίσεως του Χριστού στον κόσμο, αυτός που άνοιξε το δρόμο να περάσει ο Λυτρωτής μας. Είναι ο μεγάλος αγγελιοφόρος της πιο χαρμόσυνης και ελπιδοφόρας αγγελίας όλων των εποχών: της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Είναι ο κομιστής και ο διαπρύσιος κήρυκας της μετάνοιας και ο άτεγκτος ελεγκτής της ανομίας και της αμαρτίας. Σύμφωνα με τις αγιογραφικές μαρτυρίες ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος υπήρξε κορυφαίο όργανο της θείας πρόνοιας και του έργου της σωτηρίας του κόσμου, διαδραματίζοντας πρωτεύοντα ρόλο. Μεγάλοι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης είχαν προφητεύσει για το πρόσωπό του και τη δράση του. Ο προφήτης Μαλαχίας προανήγγειλε τη βουλή του Θεού για την εμφάνιση του Τιμίου Προδρόμου: «Ιδού εγώ εξαποστέλλω τον άγγελόν μου, και επιβλέψεται οδόν προ προσώπου μου, και έξαίφνης ήξει εις ναόν εαυτού Κύριος, όν υμείς ζητείτε, και ο άγγελος της διαθήκης, όν υμείς θέλετε. Ιδού έρχομαι, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Μαλ.3,1). Η γέννησή του υπήρξε θαυμαστό γεγονός, διότι γεννήθηκε από μητέρα στείρα. Ήταν γιος του ευσεβή ιερέα Ζαχαρία, από την εφημερία Αβιά (Α΄Βασιλ.24,10) και της Ελισάβετ (Λουκ.1,7) η οποία καταγόταν από τον ιερατικό οίκο «Ααρών» (Λουκ.1,5). Ο αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάστηκε στο Ζαχαρία την ώρα που θυμίαζε στο ναό, για να του αναγγείλει τη γέννηση του παιδιού του. Για την καλόπιστη απιστία του έμεινε άλαλος ως τη γέννησή του. Ο Ιωάννης ήταν εκλεγμένος από το Θεό «εκ κοιλίας μητρός», διότι όταν επισκέφτηκε η Θεοτόκος τη συγγενή Της Ελισάβετ, ούσες έγγειοι και οι δύο άγιες γυναίκες, «εγένετο ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της Μαρίας, εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία αυτής» (Λουκ.1,41). Με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος έγνωσε ο Πρόδρομος, ως βρέφος αγέννητο ακόμη, τον ερχομό του Κυρίου και χάρηκε! Το όνομά του σημαίνει δώρο Θεού (Θεοχάρης για την ακρίβεια), και ήταν επιλογή του ιδίου του Ζαχαρία, διότι πίστευε ακράδαντα ότι το παιδί αυτό ήταν χάρισμα του Θεού, για τον ίδιο και για όλη την ανθρωπότητα. Αυτό αποδεικνύεται από τις προφητικές ρήσεις του αγίου ιερέα, μετά τη «λύση» της γλώσσας του. Μεγάλωσε μέσα σε περιβάλλον ευσέβειας, πίστεως στο Θεό και εναγώνιας αναμονής του Μεσσία. Οι άγιοι γονείς του γέμισαν την ψυχή του με την βεβαία προσμονή του Λυτρωτή του κόσμου. Τον έμαθαν να κλείνει ερμητικά τα αφτιά του στην κοσμική σαπίλα και να αποστρέφεται την αμαρτία, διότι έπρεπε να τους βρει ο Μεσσίας καθαρούς, όσο γινόταν, ώστε να σχηματιστεί ο αρχικός πυρήνας των συνεργατών Του. Σε ηλικία τριάντα ετών αποσύρθηκε στην έρημο της Ιουδαίας για να ζήσει βίο ασκητικό, για την προσωπική του κάθαρση. Αυτό έκαναν και άλλοι ευσεβείς Ιουδαίοι της εποχής του, όπως οι Εσσαίοι, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει ολόκληρες κοινότητες ασκητών στην περιοχή της Νεκράς Θαλάσσης. Ο Ιωάννης πιθανότατα δεν ανήκε σε αυτές τις ομάδες, διότι η ιδέα του περί του αναμενόμενου Μεσσία είναι ριζικά διάφορη από εκείνη των Εσσαίων, οι οποίοι περίμεναν δύο Μεσσίες. Ζούσε με προσευχή και νηστεία. Ως ένδυμα είχε τρίχες καμήλας και έτρωγε ακρίδες (βλαστάρια φυτών της ερήμου) και μέλι από αγριομέλισσες. Δεν αρκούνταν μόνο στην προσωπική του άσκηση, αλλά εμπνευσμένος από το Άγιο Πνεύμα, ως «ρήμα Θεού» (Λουκ.3,2), φώναζε με γοερή φωνή πάνω από τους γυμνούς βράχους της ερήμου, για να ακουστεί όσο το δυνατό μακρύτερα: «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ.3,3). Κήρυσσε «βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών» (Μαρκ.1,4), και βάπτιζε τα πλήθη στα νερά του Ιορδάνη, «εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών» (Ματθ.3,6), αφού «εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται» (Μάρκ.1,5). Ταυτόχρονα δίδασκε τους πολυάριθμους επισκέπτες του, την ευσέβεια και τη δικαιοσύνη και στηλίτευε την ασέβεια και την αδικία, αλλά και «πολλά μεν ουν έτερα παρακαλών ευηγγελίζετο τον λαόν» (Λουκ.3,18). Η συνάντησή του με το Χριστό και η βάπτισή Του από τον Πρόδρομο υπήρξε η κορυφαία στιγμή για το θεοφόρο άνδρα. Πληρωμένος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος προανάγγειλε την έλευση του Σωτήρα: «ο οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου εστίν. Ου ουκ ειμί ικανός τα υποδήματά βαστάσαι. Αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί. Ου το πτύον εν τη χειρί αυτού, και διακαθαριεί την άλωνα αυτού, και συνάξει τον σίτον αυτού εις την αποθήκην, το δε άχυρον κατακαύσει πυρί ασβέστω» (Ματ.3,11-12). Από μακριά διέκρινε το Χριστό και ομολόγησε: «Ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Ούτος εστιν περί ου εγώ είπον» (Ιωάν.1,29). Η ομολογία; Του και η μαρτυρία του υπήρξε καταλυτικός παράγων για τα παραβρισκόμενα πλήθη. Είναι η πρώτη μεγάλη δημόσια αναγνώριση του ερχομού του Μεσσία. Επίσης συγκλονιστικό γεγονός υπήρξε και η τελετή της βαπτίσεως του Κυρίου από τα χέρια του Ιωάννη, την οποία επισφράγισε η φανέρωση της Αγία Τριάδος. Το αξιοσημείωτο στη βάπτιση του Κυρίου είναι η άρνηση του Προδρόμου να βαπτίσει το Χριστό, διότι ο θεοφόρος άνδρας διέγνωσε την απόλυτη αναμαρτησία Του και είχε τη συναίσθηση της τυπικότητας του βαπτίσματος του δικού του, το οποίο ήταν τύπος του αγίου Βαπτίσματος της Εκκλησίας του Χριστού, ως το μόνο που μπορεί να αναγεννήσει τον άνθρωπο. Στόχος του Τιμίου Προδρόμου υπήρξε κυρίως η πολιτική και πνευματική εξουσία της εποχής του, η οποία είχε φτάσει σε έσχατα σημεία κατάπτωσης και ηθικής σήψης. Πυρωμένος από θείο ζήλο, αλλά και αγανάκτηση ο ιερός άνδρας μύδρους κατά των δυναστών του λαού. Ήταν κυριολεκτικά ασυμβίβαστος και ασκούσε κριτική προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς να λογαριάζει τις συνέπειες της παρουσίας του. Καταφέρθηκε εναντίον των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων, οι οποίοι στο όνομα του Θεού και της υποκριτικής τους ευσέβειας καταπίεζαν και εκμεταλλεύονταν αφόρητα το λαό. Τους χαρακτήριζε δημόσια ως «γεννήματα εχιδνών» και τους προειδοποιούσε ότι αν δεν μετανοήσουν δε θα ξεφύγουν «από της μελλούσης οργής» (Ματθ.3,8). Με παραστατικότατο τρόπο τους ανάγγειλε πως ήδη, με τον ερχομό του

διαβάστε περισσότερα »

Περισσότερη σημασία δίδεται στο διάβασμα της Φανουρόπιτας, παρά στην Θεία Λειτουργία που τελείται.

Ο Άγιος Φανούριος έζησε επί ρωμαϊκής εποχής. Πολλά στοιχεία για τη ζωή του δεν έχουμε. Πληροφορίες γι’ αυτήν μας δίδει εικόνα που βρέθηκε στο νησί της Ρόδου τον 15ο αιώνα όπου απεικονίζεται ο Άγιος Φανούριος και 12 παραστάσεις από τα διάφορα μαρτύρια που υποβλήθηκε, υποκύπτοντας εν τέλει στον διά πυράς θάνατο εξαιτίας της αντίστασής του στον κόσμο των ειδώλων. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του  την 27η Αυγούστου. Στη μνήμη του έχει καθιερωθεί  οι πιστοί να προσφέρουν την γνωστή Φανουρόπιτα. Η προσφορά της Φανουρόπιτας  ξεκίνησε με κίνητρα αγνά και ευλαβή στην αρχή. Την έφτιαχναν οι γυναίκες και την πρόσφεραν στους πιστούς με την ευχή “ο Θεός να συγχωρέσει τη μάνα του Αγίου Φανουρίου”, η οποία λέει η παράδοση, ότι ήταν μια πολύ αμαρτωλή γυναίκα και διακρινόταν για την σκληρότητά της προς τους φτωχούς. Στην όλη προσπάθεια που έκανε ο Άγιος γιος της, για να την σώσει από τα δεινά της κολάσεως μεταξύ άλλων αναφέρει η παράδοση, ότι ζήτησε να μην φτιάχνουν κάτι γι’ αυτόν, αλλά μια πίτα για την μητέρα του και να την μοιράζουν στους φτωχούς για συγχώρηση της ψυχής της. Επειδή το όνομα του Αγίου Φανουρίου παραπέμπει στο ρήμα φανερώνω έγινε αιτία να αποδοθούν στον Άγιο ιδιότητες που σχετίζονται με την φανέρωση προσώπων και πραγμάτων. Με την πάροδο του χρόνου οι ιδιότητες αυτές άρχισαν στην λογική του κόσμου, να αποκτούν μαγική δύναμη. Κι έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να φτιάχνονται και να προσφέρονται Φανουρόπιτες  για πράγματα απίθανα που πολλές φορές το λιγότερο δημιουργούν θυμηδία. Άνθρωποι που έχουν από χλιαρή έως ανύπαρκτη σχέση με την Εκκλησία, εμφανίζονται προσφέροντες Φανουρόπιτα με αιτήματα απίθανα και σαφέστατα υλιστικά. Μέχρι και για το φανέρωμα γαμπρού ή νύφης προσφέρονται Φανουρόπιτες. Είναι κρίμα και αποτελεί παραλογισμό να απομακρυνόμαστε από την ευσεβή παράδοση, που αφορά στην προσφορά της Φανουρόπιτας  και να της προσδίδουμε μαγικές ιδιότητες. Ο Μεγαλομάρτυρας Φανούριος είναι Άγιος της Εκκλησίας μας και όχι κάποιος μάγος, που μπορεί να βρίσκει απολεσθέντα με τρόπο μαγικό. Θα πρέπει να εξηγήσουμε στον κόσμο ότι, η προσφορά της Φανουρόπιτας γίνεται προς τιμή του Αγίου και αποτελεί ευλογία για εκείνον που την προσφέρει, όπως γίνεται και με τους άρτους. Δεν γνωρίζω κατά πόσο συμβάλουμε κι εμείς οι κληρικοί στην διαιώνιση αυτής της διαστρέβλωσης. Κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου από πολλούς, περισσότερη σημασία δίδεται στο διάβασμα της Φανουρόπιτας, παρά στην Θεία Λειτουργία που τελείται, αν τελεσθεί φυσικά στην μνήμη του. Ανακοινώνονται ωράρια ευλογίας της Φανουρόπιτας κατά την διάρκεια της ημέρας, χωρίς να γίνεται αναφορά στην τέλεση Θείας Λειτουργίας. Από την μια η αγωνία των πιστών για το αβέβαιο μέλλον σε συνδυασμό με την αφέλεια κάποιων θρησκόληπτων οι οποίοι διακατέχονται από διάφορες προλήψεις και προκαταλήψεις και από την άλλη τα οποιαδήποτε οφέλη κυρίως υλικά και οικονομικά μπορούν να προκύψουν από την εκμετάλλευση αυτών των τάσεων, δυστυχώς προκαλούν στον κόσμο των Χριστιανών φαινόμενα τα οποία θα τα ζήλευαν και οι πιο ακραιφνείς ειδωλολάτρες. Το άσχημο είναι ότι αυτές τις δοξασίες τις ντύνουν με μανδύα Χριστιανικό και μάλιστα Ορθόδοξο. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο, Ορθόδοξοι να βάζουν δίπλα στον κρεμαστό σταυρό το ζώδιο ή την μπλε χάντρα, μαζί με την εικόνα που τοποθετούν ως φυλαχτό στα μωρά, να συνυπάρχει και το γαλάζιο ματάκι και άλλα παρόμοια. Ορθόδοξοι επίσης επισκέπτονται μέντιουμ, αστρολόγους, χαρτομάντεις, καφεμάντεις, χειρομάντεις και όλους γενικώς τους μελλοντολόγους. Ορθόδοξοι επίσης κάνουν χρήση του φένγκ σούι και άλλων πρακτικών που χρησιμοποιούνται από διάφορες ειδωλολατρικές θρησκείες. Τελευταία έχει γίνει πολύ της μόδας η ύπαρξη ομοιωμάτων του Βούδα σε όλο σχεδόν τον λεγόμενο δυτικό κόσμο και κατά συνέπεια και στους χώρους των Ορθοδόξων. Σε καταστήματα και σπίτια δεσπόζει όλο και κάποιο αγαλματίδιο του Βούδα. Όμως μην πάμε μακριά. Οι μαγικές προλήψεις δίνουν και παίρνουν μεταξύ των Ορθοδόξων. Θεωρούν ως παράγοντες αρνητικών επιδράσεων, αν συμπέσει Τρίτη και 13 του μήνα, τη συνάντηση με μαύρη γάτα, το σπασμένο καθρέφτη, αποτρέπουν γάμους αδελφών την ίδια χρονιά ή δεν κάνουν γάμο σε δίσεκτα χρόνια, οι νεόνυμφοι δεν πάνε σε κηδεία, όσοι πενθούν για μεγάλο διάστημα δεν εκκλησιάζονται και διάφορα άλλα. Η αλήθεια βέβαια είναι, ότι κάποιες φορές κι εμείς οι ιερείς καλλιεργούμε με την συμπεριφορά μας την αντίληψη στον κόσμο ότι είμαστε κάτι σαν «γκουρού» που μπορούμε με τρόπο μαγικό να λύνουμε προβλήματα. Με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Φανουρίου ας μην βοηθούμε με την λάθος στάση μας να δημιουργείται η ψευδαίσθηση, ότι με μια πίτα μπορούμε να δωροδοκήσουμε ή να καλοπιάσουμε ή να εξαναγκάσουμε τον Άγιο, για να βρούμε κάτι χαμένο ή να μας φανερώσει γαμβρό ή νύφη, ζώα, πράγματα, τιμαλφή ή εργασία. Αυτό όχι τιμή δεν περιποιεί στον Άγιο Φανούριο, αλλ’ αντιθέτως αποτελεί ύβρη. Ας ενημερώσουμε σωστά τον κόσμο και ας λιγοστέψουν οι Φανουρόπιτες. Τουλάχιστον αυτές που θα προσφέρονται, να προσφέρονται προς τιμήν του Αγίου, την μεσιτεία του οποίου ας παρακαλέσουμε να έχουμε με την ευκαιρία της εορτής του. Του Αρχιμανδρίτη του Οικουμενικού Θρόνου Γεράσιμου Φραγκουλάκη Αννόβερο Γερμανίας

διαβάστε περισσότερα »

Ο κυριευμένος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στενοχώρια και άγχος.

  Οι κοσμικοί λένε: «Καλότυχοι αυτοί που ζουν στα παλάτια και έχουν όλες τις ευκολίες». Αλλ’ όμως μακάριοι είναι αυτοί που κατόρθωσαν να απλοποιήσουν την ζωή τους και ελευθερώθηκαν από την θηλειά της κοσμικής αυτής εξελίξεως των πολλών ευκολιών, των πολλών δυσκολιών και απαλλάχθηκαν από τον φοβερό άγχος της σημερινής εποχής μας. Αν δεν απλοποιήσει την ζωή του ο άνθρωπος, βασανίζεται. Ενώ, αν την απλοποιήσει, δεν θα έχει αυτό το άγχος. Ένας Γερμανός μία φορά στο Σινά είπε σε ένα Βεδουινάκι που ήταν πανέξυπνο: «Εσύ είσαι έξυπνο, μπορείς να μάθεις γράμματα». «Και μετά;», τον ρωτάει εκείνο. «Με­τά θα γίνεις μηχανικός». «Και μετά;». «Μετά θ’ ανοίξεις ένα συνεργείο αυτοκινήτων». «Και μετά;». «Μετά θα το μεγαλώσεις». «Και μετά;». «Μετά θα πάρεις και άλλους να δουλεύουν και θα έχεις πολύ προσωπικό». «Δηλαδή, του λέει, να έχω έναν πονοκέφαλο, να βάλω άλλον έναν πονοκέφαλο και μετά να βάλω και έναν άλλον; Δεν είναι καλύτερα τώρα που έχω ήσυχο το κεφάλι μου;». Ο περισσότερος πονοκέφαλος είναι από αυτές τις σκέψεις, να κάνουμε αυτό, να κάνουμε εκείνο. Αν ήταν πνευματικές οι σκέψεις, θα ένιωθε κανείς πνευματική παρηγοριά και δεν θα είχε πονοκέφαλο. Τώρα και στους κοσμικούς τονίζω πολύ την απλότητα. Γιατί πολλά από αυτά που κάνουν, δεν χρειάζονται και τους τρώει το άγχος. Τους μιλάω για την λιτότητα και την ασκητικότητα. Συνέχεια φωνάζω: «Απλοποιήστε την ζωή σας, για να φύγει το άγχος». Και τα περισσότερα διαζύγια από ‘κει ξεκινούν. Πολλές δουλειές, πολλά πράγματα έχουν να κάνουν οι άνθρωποι και ζαλίζονται. Δουλεύουν και οι δύο, πατέρας και μάνα, αφήνουν και τα παιδιά εγκαταλελειμμένα. Κούραση, νεύρα – μικρό θέμα, μεγάλος καυγάς – αυτόματο διαζύγιο μετά, εκεί φθάνουν. Αν απλοποιούσαν όμως την ζωή τους, θα ήταν και ξεκούραστοι και χαρούμενοι. Αυτό το άγχος είναι καταστροφή! Μία φορά βρέθηκα σε ένα σπίτι που ήταν όλο πολυτέλεια και, καθώς συζητούσαμε, μου είπαν: «Ζούμε στον Παράδεισο, ενώ άλλοι άνθρωποι στερούνται». «Ζείτε στην κόλαση, τους λέω. «Άφρον, ταύτη τη νυκτί», είπε ο Θεός στον πλούσιο. Αν ο Χριστός με ρωτούσε: «Που θέλεις να σε βάλουμε, σε μία φυλακή ή σε ένα σπίτι σαν αυτό;», θα έλεγα: «Σε μία σκοτεινή φυλακή». Γιατί η φυλακή θα με βοηθούσε. Θα μου θύμιζε τον Χριστό, θα μου θύμιζε τους αγίους Μάρτυρες, θα μου θύμιζε τους ασκητές που ήταν στις οπές της γης, θα μου θύμιζε καλογερική. Η φυλακή θα ομοίαζε και λίγο με το κελλί μου και θα χαιρόμουν. Αυτό το δικό σας τι θα μου θύμιζε και σε τι θα με βοηθούσε; Γι’ αυτό οι φυλακές με αναπαύουν καλύτερα όχι μόνον από ένα σαλόνι κοσμικό αλλά και από ένα ωραίο κελλί μοναχού. Χίλιες φορές στην φυλακή παρά σε ένα τέτοιο σπίτι». Κάποτε που είχα φιλοξενηθεί στην Αθήνα σ’ έναν φίλο μου, με παρακάλεσε να δεχθώ έναν οικογενειάρχη πριν φωτίσει, γιατί άλλη ώρα δεν ευκαιρούσε. Ήρθε λοιπόν χαρούμενος και συνέχεια δοξολογούσε τον Θεό. Είχε και πολλή ταπείνωση και απλότητα και με παρακαλούσε να εύχομαι για την οικογένειά του. Ο αδελφός αυτός ήταν περίπου τριάντα οκτώ ετών και είχε επτά παιδιά. Δυό το ανδρόγυνο και άλλοι δυό οι γονείς του, εν όλω έντεκα ψυχές, και έμεναν όλοι σε ένα δωμάτιο. Μου έλεγε με την απλότητα που είχε: «Όρθιους μας χωράει το δωμάτιο, αλλά, όταν ξαπλώνουμε, δεν μας παίρνει, είναι λίγο στενόχωρα. Δόξα τω Θεώ, τώρα κάναμε ένα υπόστεγο για κουζίνα και βολευτήκαμε. Εμείς έχουμε και στέγη. Πάτερ μου, ενώ είναι άλλοι που μένουν στο ύπαιθρο». Η εργασία του ήταν σιδερωτής. Έμενε στην Αθήνα και έφευγε πριν φωτίσει, για να βρεθεί εγκαίρως στον Πειραιά όπου εργαζόταν. Από την ορθοστασία και τις πολλές υπερωρίες τα πόδια του είχαν κιρσούς και τον ενοχλούσαν, αλλά η πολλή αγάπη του προς την οικογένειά του τον έκανε να ξεχνάει τους πόνους και τις ενοχλήσεις. Ελεεινολογούσε μάλιστα τον εαυτό του συνέχεια και έλεγε ότι δεν έχει αγάπη, γιατί δεν κάνει καλοσύνες σαν Χριστιανός, και επαινούσε την γυναίκα του ότι εκείνη κάνει καλοσύνες, γιατί εκτός από τα παιδιά και τα πεθερικά της που φρόντιζε, πήγαινε και έπαιρνε τα ρούχα από τους γέρους της γειτονιάς, τα έπλενε, τους συγύριζε και τα σπίτια, τους έφτιαχνε και καμμιά σούπα. Έβλεπε κανείς στο πρόσωπο του καλού αυτού οικογενειάρχη ζωγραφισμένη την θεία Χάρη. Είχε μέσα του τον Χριστό και ήταν γεμά­τος χαρά και το δωμάτιό του γεμάτο από παραδεισένια χαρά. Ενώ αυτοί που δεν έχουν μέσα τους τον Χριστό, είναι γεμάτοι από άγχος, και δυό άνθρωποι να είναι, δεν χωράνε μέσα σε έντεκα δωμάτια. Ενώ οι έντεκα αυτοί άνθρωποι με τον Χριστό, χωρούσαν μέσα σ’ ένα δωμάτιο. Ακόμη και πνευματικοί άνθρωποι, όσους χώρους και να έχουν, βλέπεις να μη χωρούν, γιατί μέσα τους δεν έχει χωρέσει ο Χριστός ολόκληρος. Αν οι γυναίκες που ζούσαν στα Φάρασα έβλεπαν την πολυτέλεια που υπάρχει σήμερα, ακόμη και σε πολλά Μοναστήρια, θα έλεγαν: «Θα ρίξει ο Θεός φωτιά να μας κάψει! Εγκατάλειψη Θεού!». Εκείνες μάζευαν τις δουλειές τάκα-τάκα. Πρωί-πρωί έπρεπε να βγάλουν τα γίδια, μετά να συμμαζέψουν το σπίτι. Ύστερα πήγαιναν στα εξωκκλήσια ή μαζεύονταν στις σπηλιές, και μία που ήξερε λίγα γράμματα διάβαζε το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας. Μετά δωσ’ του μετάνοιες, έλεγαν και την ευχή. Και δούλευαν, κουράζονταν. Μία γυναίκα έπρεπε να ξέρει να ράβει όλα τα ρούχα του σπιτιού. Και τα έραβαν με το χέρι. Μηχανές του χεριού λίγες είχαν σε καμμιά πόλη, στα χωριά δεν είχαν. Αν υπήρχε στα Φάρασα όλο και όλο μία μηχανή του χεριού. Έρραβαν ακόμη και του άνδρα τα ρούχα και ήταν πιο άνετα, και τις κάλτες τις έπλεκαν στο χέρι. Είχαν γούστο, μεράκι, αλλά τους περίσσευε και χρόνος, γιατί τα είχαν όλα απλά. Οι Φαρασιώτες δεν κοιτούσαν λεπτομέρειες. Ζούσαν την χαρά της καλογερικής. Και αν, για παράδειγμα, η κουβέρτα δεν ήταν καλά στρωμένη και κρεμόταν λίγο από την μία μεριά και έλεγες: «Σιάξε την κουβέρτα», θα σου έλεγαν: «Σε εμποδίζει στην προσευχή σου;». Να συλλάβει κανείς το βαθύτερο νόημα της ζωής. «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού…». Από εκεί ξεκινά η απλότητα και κάθε σωστή αντιμετώπιση. Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου

διαβάστε περισσότερα »
Χρονολογικό αρχείο

Φόρμα επικοινωνίας

Εορτολόγιο