Author: π. νικοδήμος

Ράσα και Ιερά άμφια.

Το ράσο, η ιδιαίτερη αυτή ενδυμασία των ορθοδόξων κληρικών, έχει την ιστορία του, μια ιστορία ζυμωμένη με δάκρυα και πόνο, μια ιστορία μακραίωνη. Το ράσο δεν αποτελεί δόγμα της πίστης μας. Η Εκκλησία μας στις μέρες της δοκιμασίας που ζούμε δεν έχει ανάγκη από εξωτερικές μεταρρυθμίσεις, αλλά από εσωτερικές αλλαγές. Έχει ανάγκη από αγίους και εμπνευσμένους κληρικούς, που θα φορέσουν και θα τιμήσουν το ράσο και θα το κάνουν λάβαρο των πιο ωραίων αγώνων για τη θρησκευτική, ηθική και εθνική αναγέννηση του Γένους μας. Δε φταίει το ράσο για τυχόν αστοχίες και σκάνδαλα των σημερινών κληρικών. Αυτά, ακόμα και αν αυτό καταργηθεί, δεν θα εκλείψουν. Η ενδυμασία αυτή από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, χρησιμεύει για να γίνεται διάκριση μεταξύ κληρικών και λαϊκών. Το ράσο αποτελεί ειδική περιβολή, η οποία συντελεί στη διατήρηση σεβασμού προς τους ιερείς. Σε καιρό διωγμών, (όπως ήταν οι διωγμοί των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού), οι κληρικοί δε φορούσαν ιδιαίτερη ενδυμασία, καθώς διέτρεχαν τον κίνδυνο να συλληφθούν και να θανατωθούν. Κανένας ειδωλολάτρης δεν μπορούσε να τους διακρίνει από την εξωτερική τους περιβολή. Οι κληρικοί των πρώτων αιώνων ξεχώριζαν από το βίο τους. Το ράσο, όπως προαναφέραμε, ξεχωρίζει τον ιερέα από τους λαϊκούς. Προφυλάσσει τον ιερέα από δημόσιες εκτροπές. Για αυτό οι ιερείς που θέλουν να ζουν κοσμική ζωή και να απολαμβάνουν και αυτοί τις κοσμικές ηδονές, είναι συνήγοροι της κατάργησης του ράσου, του ράσου που δόξασαν αναρίθμητοι ευσεβείς κληρικοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Και στους δικούς μας χρόνους σε μη Χριστιανικά κράτη απαγορεύουν την εμφάνιση των κληρικών με την ιδιαίτερη ενδυμασία τους και έτσι οι κληρικοί δε φορούν ράσο. Στην Τουρκία, όπου ο Χριστιανισμός είναι στο περιθώριο, (ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922), απαγορεύθηκε το ράσο, με εξαίρεση τους κληρικούς του Πατριαρχείου και τον Πατριάρχη, στον οποίο επετράπη να φοράει ράσο, όταν βγαίνει έξω από το Πατριαρχείο. Με τον τρόπο αυτό οι Τούρκοι φανέρωναν την άρνησή τους προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς γνωρίζουν πολύ καλά πως ο κλήρος ήταν εκείνος που διατήρησε 400 χρόνια και δεν άφησε να πεθάνει η εθνική συνείδηση όχι μονάχα της Ελλάδας, αλλά και των υπολοίπων βαλκανικών λαών. Επίσης στην Αμερική, στην Αυστραλία, αλλά και σε άλλες χώρες του κόσμου δε θέλουν τους ρασοφόρους και οι ιερείς συχνά γίνονται αποδέκτες ύβρεων. Ο ιερέας, ο ευλαβής ιερέας όταν πρόκειται να πάει στο ναό για να τελέσει μια ιεροτελεστία, πρέπει να προετοιμάσει τον εαυτό του ψυχολογικά. Πρέπει να αφήσει έξω από το ναό ό,τι ανθρώπινο και κοσμικό, να ξεχάσει τον εαυτό του και τα πάθη του και να θυμηθεί τίνος εκπρόσωπος είναι. Ο ιερέας όταν λειτουργεί πρέπει να είναι και να φαίνεται σαν άγγελος. Κι όπως οι άγγελοι στον ουρανό στέκονται με φόβο και με τρόμο μπροστά στο θρόνο του Θεού, έτσι πρέπει και οι ιερείς να στέκονται μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Αν όλοι οι ιερείς είχαν αυτό τον άγιο φόβο και λειτουργούσαν με ιερή κατάνυξη, όλος ο κόσμος θα άλλαζε. Αυτοί που διαθέτουν καλή προαίρεση αισθάνονται πως κάτι μεγάλο και υψηλό τελείται την ώρα που ο Ιερέας λειτουργεί. Αλλά ο ορθόδοξος ιερέας δε διακρίνεται μόνο από το ράσο. Διακρίνεται και από τα άμφια. Τα άμφια είναι η επίσημη στολή που φοράει ο ιερέας όταν λειτουργεί. Τα άμφια έχουν τη δική τους γλώσσα. Συνοδεύονται από ρητά της Αγίας Γραφής και φωνάζουν στον ιερέα: «Πρόσεξε, απομάκρυνε από πάνω σου καθετί αμαρτωλό και κοσμικό, που είναι σαν ρούχο παλιό και ακάθαρτο. Ντύσου την αρετή, την αγιότητα, που είναι λαμπρή στολή της ψυχής. Ντύσου το Χριστό, κι έτσι φωτεινός και λαμπρός προχώρα στην τέλεση των ιερών μυστηρίων». Πολλά και διάφορα είναι τα άμφια που φορούν οι κληρικοί όταν λειτουργούν. Από τα άμφιά τους, διακρίνονται οι τρεις βαθμοί της ιεροσύνης. Αναφέρουμε εδώ τα κυριότερα. Ο διάκονος διακρίνεται από το άμφιο που λέγεται οράριο. Είναι μια πλατειά ταινία, που από το ένα άκρο της κρέμεται από τον αριστερό ωμό προς τα πίσω, το δε άλλο άκρο της το κρατάει ο διάκονος με το δεξί του χέρι, όταν εκφωνεί τις δεήσεις. Στην παλιά εποχή πάνω στο οράριο ήταν γραμμένες οι λέξεις: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ». Το οράριο σημαίνει, πως ο διάκονος μιμούμενος τους αγγέλους πρέπει να προσεύχεται συνεχώς. Το οράριο θυμίζει το ρητό του αποστόλου Παύλου: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Άλλο άμφιο του διακόνου είναι τα επιμάνικα. Όπως αναφέρουν οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, τα επιμάνικα, που φορούν και οι διάκονοι και οι ιερείς και οι αρχιερείς σημαίνουν τα δεσμά με τα οποία έδεσαν το Χριστό. Ο κληρικός πρέπει να είναι έτοιμος, χάρη του Ευαγγελίου, να υποστεί το διωγμό, τη φυλακή και το μαρτύριο. Ο ιερέας διακρίνεται από τα εξής άμφια: Το επιτραχήλιο: Το πετραχήλι είναι το πιο σπουδαίο άμφιο του ιερέα. Χωρίς πετραχήλι καμιά ιεροτελεστία δεν μπορεί να κάνει ο ιερέας. Σημαίνει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που πλούσια σαν ποτάμι τρέχει και ποτίζει τις ψυχές δια μέσου των ιερών μυστηρίων. Το πετραχήλι έχει στο κάτω άκρο τα λεγόμενα κρόσια. Σημαίνουν τις ψυχές που ο Θεός έχει εμπιστευτεί στον κάθε ιερέα. Ενώ ο λαϊκός θα δώσει λόγο για την ψυχή του, ο ιερέας θα δώσει λόγο και για τις ψυχές που ανήκουν στην ενορία του. Ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ιερεμία λέει: «Θα ζητήσω το αίμα των ανθρώπων εκείνων που εξαιτίας των ιερέων έχουν χαθεί». Άλλο άμφιο του ιερέα είναι η ζώνη. Η ζώνη δεν είναι μόνο για να συγκρατεί την ενδυμασία, αλλά και για να θυμίζει στον ιερέα πως πρέπει να συγκρατεί τις κακές επιθυμίες και να κυριαρχεί στα πάθη του. Ευπρεπής, εύζωνος και ταχύς στην οδό του Κυρίου. Άλλο άμφιο του ιερέα είναι το φελόνιο, το φελόνι, που φοριέται από το λαιμό και θυμίζει την κόκκινη χλαμύδα που έντυσαν τον Ιησού οι στρατιώτες στο πραιτόριο του Πιλάτου για να τον εμπαίξουν. Έτσι και ο ιερέας που βαδίζει στα ίχνη του Χριστού θα εμπαιχθεί από ανθρώπους που αντιστρατεύονται το Χριστό μας. Ο αρχιερέας διακρίνεται από τα εξής άμφια: Ωμοφόριο. Είναι μια πλατειά ταινία, που ρίχνεται πάνω στους ώμους και τα άκρα της καταλήγουν μπροστά στο στήθος και θυμίζει την παραβολή του απολωλότος προβάτου. Άλλο άμφιο του αρχιερέα είναι ο σάκκος. Αντιστοιχεί προς το φελόνι του ιερέως, σημαίνει την κόκκινη χλαμύδα, έχει δε

Έχει ευθύνη η Εκκλησία για το κατάντημα της κοινωνίας;

  Μας ρωτήσατε το εξής: Είμαστε μια χώρα όπου το 90% είναι ορθόδοξοι, δεν είναι μια αποτυχία της εκκλησίας το γεγονός ότι έχει ευθύνες για μια τόσο εγωιστική κοινωνία όπως είναι η ελληνική; 1)Η ερώτησή σας από την αρχή είναι διατυπωμένη λάθος. Λέτε «εκκλησία». Τι είναι εκκλησία για εσάς; Δεν είναι κλήρος και λαός μαζί; Μάλλον με τον όρο «εκκλησία» εννοείται μόνο την διοικούσα εκκλησία, δηλαδή τους αρχιερείς και τους ιερείς και όχι τον λαό. Αυτό είναι λάθος. Ας πάρουμε όμως ως εκκλησία – σύμφωνα με το σκεπτικό σας- μόνο τον κλήρο. Τότε θα λέγαμε ότι σίγουρα υπάρχει κάποιο μέρος ευθύνης και σ’ αυτούς. Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε ότι ο κλήρος δεν ήρθε ουρανοκατέβατος, αλλά πηγάζει μέσα από τον πιστό λαό. Ως άνθρωποι λοιπόν οι κληρικοί ίσως κάνουν λάθη. Όμως σίγουρα δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις ότι ευθύνονται για το κατάντημα της κοινωνίας. Δεν μπορούμε να μιλούμε με γενικότητες, δεν μπορούμε να κατηγορούμε το σύνολο του κλήρου για κάποια λάθη που έχουν γίνει από ένα μέρος του κλήρου. Όπως έλεγε ένας γέροντας, θέλετε καλούς ιερείς, κάντε τα παιδιά σας. Κατηγορούμε τους ιερείς ότι δεν είναι καλοί, ότι τα χωριά μας σε λίγα χρόνια δεν θα έχουν ιερέα. Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό; Η διοικούσα εκκλησία; Φυσικά όχι. Την ευθύνη έχει ο λαός, την ευθύνη έχουν οι γονείς που θέλουν τα παιδιά τους να γίνουν οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι ιερείς. Τί υποκρισία; Να κατηγορείς τον εκάστοτε αρχιερέα ότι δεν έστειλε ιερέα στο χωριό τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα (λες και το κάνει επίτηδες) και από τη άλλη ολόκληρο το χωριό εδώ και δεκαετίες να μην έχει ούτε έναν άνθρωπο που να θέλει να διακονήσει ως ιερέας στο χωριό του. Να περνούν οι γενιές των ανθρώπων και ούτε ένας!…ούτε ένας να μην θέλει να γίνει ιερέας. Ενώ από την άλλη όλοι να κατηγορούν την διοικούσα εκκλησία για αδιαφορία. Ποιος είναι τελικά ο αδιάφορος; 2)Έχει μέρος ευθύνης ο κλήρος για την τόσο εγωιστική κοινωνία; Έχει. Όπως έχει ευθύνη ένας δάσκαλος για την αποτυχία του μαθητή του. Όμως τελικά, ποιος ευθύνεται πιο πολύ; Ο δάσκαλος ή ο μαθητής; Μάλλον ο μαθητής για την αδιαφορία του. Μπορεί ο δάσκαλος να έκανε κάποια λάθη, όμως δεν ευθύνεται για την αποτυχία του μαθητή. Εάν υπήρχε ενδιαφέρον από το μαθητή θα άλλαζε διδάσκαλο, θα πήγαινε σε κάποιον άλλο που θα του μετέδιδε καλύτερα τις γνώσεις που επιζητούσε. 3) Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση μιλούμε για μια πνευματική αποτυχία. Ειδικά σε πνευματικά θέματα την ευθύνη τη φέρει κυρίως -αν όχι εξολοκλήρου- ο ίδιος ο άνθρωπος. Σίγουρα παίζουν ρόλο και οι δίπλα του αλλά την ευθύνη των πράξεων, των λόγων, της στάσης ζωής του την επιλέγει ελεύθερα ο ίδιος ο άνθρωπος. Με το σκεπτικό σας θα έπρεπε να κατηγορήσουμε και τον Θεό ότι απέτυχε για την παρακοή των πρωτοπλάστων, το Θείο Βρέφος για την σφαγή των νηπίων από τον μανιώδη Ηρώδη. Θα έπρεπε να κατηγορήσουμε τον Χριστό για τον Ιούδα και τους σταυρωτάς Του, τους Αποστόλους για τους διώκτες τους, τους Μάρτυρες για τους δημίους τους, τους Θεοφόρους Πατέρες για τους αιρεσιάρχες που πλάνεψαν και πλανούν εκατομμύρια ανθρώπων. Όμως κάτι τέτοιο θα είναι αναληθές. 4)Η πνευματική αναγέννηση και πρόοδος στηρίζεται στην ελευθερία, στηρίζεται στο αυτεξούσιο. Είναι πολύ βολικό να βρίσκουμε κουσούρια στους άλλους ώστε να δικαιολογούμε την δική μας ανεπάρκεια. Είναι εύκολο να λέμε «με έκοψε ο καθηγητής» από το να λέμε «κόπηκα γιατί δεν διάβασα». Από την άλλη μεριά λέμε «πέρασα το μάθημα» και όχι «με πέρασε ο καθηγητής». Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι το πρόβλημά μας είναι πολύ μεγάλο. Για όλα τα κακά κατηγορούμε τον Θεό, την Εκκλησία Του, τους ιερείς, τους πολιτικούς, τους άλλους…βάζουμε ταμπέλες σε όλους και όλα, και το κυριότερο βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω. 5) Η πραγματική αποτυχία είναι να αντιμετωπίζεις την αποτυχία του συνόλου ως ευκαιρία για κατάκριση των άλλων και όχι ως αφορμή για αυτοκριτική. Αποτυχία είναι να σηκώνεις τα χέρια σου και να μουτζώνεις, να βρίζεις, να γιουχάρεις τους άλλους χωρίς να σκέφτεσαι τα δικά σου λάθη και σφάλματα. Αποτυχία είναι να θέλουμε να βρούμε παντού και πάντοτε κάποιον Ηρώδη για να κατηγορήσουμε αφήνοντας τον Ηρώδη που κρύβουμε μέσα μας να μεγαλουργεί… Αποτυχία είναι να θεωρούμε Εκκλησία μόνο τους ιερείς και όχι τον εαυτό μου, τον δίπλα μου, την οικογένειά μου… Όταν η μετάνοια και η ταπείνωση έρθει στην ζωή μας, τότε και μόνο τότε θα αντιληφθούμε το κακό που έχουμε προκαλέσει εμείς οι ίδιοι στην κοινωνία παύοντας να κατηγορούμε τους άλλους. Διότι τελικά οι άλλοι είμαστε εμείς κι ας μην θέλουμε να το παραδεχτούμε… αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Ο αχάριστος είναι πάντα λυπημένος.

  -Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι, ενώ τα έχουν όλα, νιώθουν άγχος και στενοχώρια; -Όταν βλέπετε έναν άνθρωπο να έχει μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τίποτε δεν του λείπει, να ξέρετε ότι του λείπει ο Θεός. Όποιος τα έχει όλα, και υλικά αγαθά και υγεία, και, αντί να ευγνωμοσύνη τον Θεό , έχει παράλογες απαιτήσεις και γκρινιάζει, είναι για την κόλαση με τα παπούτσια. Ο άνθρωπος, όταν έχει ευγνωμοσύνη, με όλα είναι ευχαριστημένος. Σκέφτεται τι του δίνει ο Θεός κάθε μέρα και χαίρεται τα πάντα. Όταν όμως είναι αχάριστος, με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένος γκρινιάζει και βασανίζεται με όλα. Αν, ας πούμε, δεν εκτιμάει την λιακάδα και γκρινιάζει, έρχεται ο Βαρδάρης και τον παγώνει …; Δεν θέλει την λιακάδα θέλει το τουρτούρισμα που προκαλεί ο Βαρδάρης. -Γέροντα, τι θέλετε να πείτε μ’ αυτό; -Θέλω να πω ότι, αν δεν αναγνωρίζουμε τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός και γκρινιάζουμε, έρχονται οι δοκιμασίες και μαζευόμαστε κουβάρι. Όχι, αλήθεια σας λέω, όποιος έχει αυτό το τυπικό , την συνήθεια της γκρίνιας, να ξέρει ότι θα του έρθει σκαμπιλάκι από τον Θεό, για να ξοφλήσει τουλάχιστον λίγο σ’ αυτήν την ζωή. Και αν δεν του έρθει σκαμπιλάκι, αυτό θα είναι χειρότερο, γιατί τότε θα τα πληρώσει όλα μία και καλή στην άλλη ζωή. -Δηλαδή , Γέροντα, η γκρίνια μπορεί να είναι συνήθεια; -Γίνεται συνήθεια, γιατί η γκρίνια φέρνει γκρίνια και η κακομοιριά φέρνει κακομοιριά. Όποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριά και αποθηκεύει άγχος. Ενώ, όποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται την θεϊκή χαρά και την αιώνια ευλογία. Ο γκρινιάρης, όσες ευλογίες κι αν του δώσει ο Θεός, δεν τις αναγνωρίζει. Γι’ αυτό απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και τον πλησιάζει ο πειρασμός τον κυνηγάει συνέχεια ο πειρασμός και του φέρνει όλο αναποδιές, ενώ τον ευγνώμονα τον κυνηγάει ο Θεός με τις ευλογίες Του. Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία, την οποία ήλεγξε ο Χριστός. «Ούχ οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα που», είπε στον λεπρό που επέστρεψε να Τον ευχαριστήσει . Ο Χριστός ζήτησε την ευγνωμοσύνη από τους δέκα λεπρούς όχι για τον εαυτό Του αλλά για τους ίδιους, γιατί η ευγνωμοσύνη εκείνους θα ωφελούσε. Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου

Χρονολογικό αρχείο

Πρόσφατα άρθρα

Αρχιερατική Θεία Λειτουργία Αγίας Φωτεινής.

Μέσα στην αναστάσιμη και ευφρόσυνη περίοδο του Πάσχα που διανύουμε πανηγύρισε και φέτος ο Ιερός Ναός μας την Εορτή της Κυριακής της Αγίας και Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος και Ισαποστόλου Φωτεινής της Σαμαρείτιδος. Της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας προΐστατο ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ.κ. Δανιήλ, όστις και κήρυξε τον θείο λόγο. Από νωρίς το πρωί ευλαβείς Χριστιανοί της ενορίας προσήλθαν με κατάνυξη και ιεροπρέπεια να λάβουν τη Χάρη του Τριαδικού Θεού, με τις πρεσβείες της Ισαποστόλου Φωτεινής την οποία ιδιαιτέρως ευλαβούνται και να τιμήσουν τη μνήμη της. Το ιερό Αναλόγιο λάμπρυναν με την παρουσία τους ο Άρχων Πρωτοψάλτης του Ιερού Ναού Γεώργιος Γεροντάκης και ο Λαμπαδάριος Γεώργιος Παπαδάμου, οι οποίοι απέδωσαν με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια του ύμνους της εορτής. Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας πραγματοποιήθηκε η εις διάκονον χειροτονία του κ. Γεωργίου Στυλιαρά, με το εκκλησίασμα να συμμετέχει προσευχόμενο και να αναφωνεί «Άξιος». Ο νέος Διάκονος θα διακονήσει αμισθί την τοπική Εκκλησία.

διαβάστε περισσότερα »

Author: π. νικοδήμος

Έχω χαρίσματα και αδικούμαι!

  «-Γέροντα, εγώ έχω χαρίσματα πολλά και τάλαντα, και μου λέει ο λογισμός ότι αδικούμαι, και οι σκέψεις αυτές με έχουν ζαλίσει. Τι να κάνω; Απεκρίθη: -Όταν εξαρχής άκουσα το «εγώ έχω», κατάλαβα ότι τίποτε δεν έχεις εκτός από το «εγώ» σου. Αυτό το «εγώ» σου είναι που σε ταλαιπώρησε, σε ταλαιπωρεί, και ταλαιπωρείς. Τότε μόνον, όταν το «εγώ» σου αφανίσεις, θα σπάσει το σφυρί του εχθρού, και θα παύσει να σου χτυπάει με λογισμούς το κεφάλι, το οποίο σου το κάνει τάλαντο, και ηχούν τα τάλαντά σου» (όσιος Παϊσιος, Επιστολές, έκδ. Ησυχ. αγ. Ιωάννου του Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης). Πρόκειται για απόσπασμα επιστολής του μεγάλου συγχρόνου οσίου Γέροντα Παϊσίου, ένα είδος «πνευματικών βοτάνων» όπως ο ίδιος το αξιολογεί, που δίνει απάντηση σε «ζαλισμένο» από τους λογισμούς του αδελφό, με τον γνωστό διεισδυτικό αλλά και χιουμοριστικό τρόπο του οσίου. Το πρόβλημα που ταλαιπωρούσε βεβαίως τον αδελφό και το έθεσε υπό την κρίση του αγίου δεν ήταν πρόβλημα μόνο δικό του. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι, και χριστιανοί, προσβάλλονται από τον λογισμό ότι αδικούνται στη ζωή αυτή, γιατί πιστεύουν ότι τα χαρίσματά τους δεν βρίσκουν την ανταπόκριση που πρέπει στη ζωή τους – η περιορισμένη ζωή τους δεν συνάδει με το δικό τους… μεγαλείο! Είναι κάπου υπάλληλοι για παράδειγμα, είτε στο Δημόσιο είτε στον Ιδιωτικό τομέα, ενώ θα έπρεπε να είναι οι Διευθυντές! Ασχολούνται με χειρονακτικά πράγματα, ενώ τα προσόντα τους είναι για γραφεία επιτελικά! Μπορεί ακόμη να περιμένουν μία εξέλιξη στην ιεραρχία της εργασίας τους και αυτή να… αργεί, γιατί κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει τα χαρίσματα και τα τάλαντά τους. Αποτέλεσμα; Η αίσθηση της αδικίας, η ζάλη των λογισμών, η θλίψη και η μελαγχολία που μπορεί να προκύψουν, ίσως μία καταπιεσμένη οργή που περιμένει τη στιγμή για να ξεσπάσει, μία υφέρπουσα αρρώστια που κατατρώει και το ίδιο το σώμα! Όσιος Παΐσιος Αγιορείτης (1924-1994). Ο άγιος κάνει τη διάγνωση: πίσω από την αίσθηση αδικίας, η οποία μπορεί κάποιες φορές να έχει και αντικειμενικά στηρίγματα – υπάρχουν όντως περιπτώσεις που συνάνθρωποί μας έχουν παραπανίσια προσόντα αυτών που απαιτεί η εργασία τους – κρύβεται ένα υπερτροφικό «εγώ». Η επισήμανση του αγίου Παϊσίου στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν άμεση: «όταν άκουσα το εγώ έχω, κατάλαβα ότι τίποτε δεν έχεις εκτός από το εγώ σου». Που σημαίνει: όταν η εκτίμηση για τον εαυτό μας, από πραγματικά ή φανταστικά προσόντα, αρχίζει να αυξάνει, τότε εκεί, εφόσον είμαστε χριστιανοί και έχουμε επίγνωση έστω και λίγο της πνευματικής ζωής, πρέπει να αντιδράσουμε. Διότι το υπερτροφικό εγώ τρέφεται από το πάθος της κενοδοξίας, το οποίο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη δαιμονική υπερηφάνεια, (πίσω από το πάθος αυτό κρύβεται πάντοτε ο διάβολος), και συνεπώς την πτώση του ανθρώπου από την όποια σχέση του με τον Θεό. Μη λησμονούμε άλλωστε ότι ο εγωισμός αποτελεί την ουσία της αμαρτίας και συνεπώς δεν δικαιώνεται σε οποιαδήποτε έκφρασή του. Το δραματικό στοιχείο στην περίπτωση αυτή είναι ότι ο άνθρωπος ταλαιπωρείται. Δεν υπάρχει περίπτωση να δουλεύει κάποιος στον εγωισμό του, έστω και σε επίπεδο λογισμών, και να μην υφίσταται τη συνέπεια της αμαρτίας του, τη θλίψη, το άγχος, τη στενοχώρια, ό,τι παραπάνω επισημάναμε. Και μαζί βεβαίως με την ταλαιπωρία του ίδιου του ανθρώπου υπάρχει και η ταλαιπωρία των άλλων. «Το εγώ σου που σε ταλαιπώρησε, σε ταλαιπωρεί και ταλαιπωρείς». Η παρουσία μας στον κόσμο και αυτό που «εκλύει» η ύπαρξή μας είναι ευθέως ανάλογη με ό,τι κυριαρχεί στον νου και στην καρδιά μας. Ο άγιος υποδεικνύει με ωραίο και ευφυή τρόπο τη θεραπεία. Κι είναι αυτή που αποτελεί το κλειδί για τη λύση και τη θεραπεία των περισσοτέρων προβλημάτων του ανθρώπου: τον αγώνα για απόκτηση της ταπεινώσεως. Η ταπείνωση είναι η μόνη και αποκλειστική οδός που έχει τη δύναμη να «αφανίζει» το «εγώ» του ανθρώπου, δηλαδή τον εγωισμό και την αλαζονεία της ψυχής του. Διότι τον οδηγεί στην πραγματικότητα του εαυτού του, εκεί που λειτουργεί η χάρη του Θεού και εκτείνεται το αιώνιο Βασίλειό Του. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν», διακηρύσσει διαρκώς ο λόγος του Θεού. Και ο ίδιος ο Κύριος αποκαλύπτει: «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία». Για τον χριστιανό δηλαδή που είναι μέλος Χριστού ως βαπτισμένος στο άγιο όνομά Του ο αγώνας της ταπεινώσεως είναι μονόδρομος: ντυμένος τον Χριστό, ως άλλος Χριστός στον κόσμο με τη χάρη Εκείνου, μόνο στην ταπείνωση μπορεί να Τον έχει και να Τον ζει. Γι’ αυτό και μόνο με την ταπείνωση αυτή μπορεί να νιώσει τις πνευματικές αναβάσεις που Του δίνει. «Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Και πώς καταλήγει ο μεγάλος διακριτικός όσιος; Στην υπερφυή αυτή κατάσταση της ταπεινώσεως, εκεί πια που ο άνθρωπος περιβάλλεται από τη χάρη του Χριστού, δεν μπορεί να βρει τόπο ο Πονηρός διάβολος. Σου επιτίθεται και συναντά το… κενό! «Σπάει το σφυρί του εχθρού»! Πεμπτουσία.

διαβάστε περισσότερα »

Τα καθήκοντά μας την Μεγάλη Εβδομάδα.

  Η εβδομάδα αυτή λέγεται Μεγάλη γιατί τιμώνται μεγάλα γεγονότα, μοναδικά και κοσμοϊστορικά, που συγκλόνισαν τα επίγεια και τα ουράνια και τα καταχθόνια. Γι᾿ αυτό η εβδομάδα αυτή ονομάζεται Μεγάλη· αλλά και γι᾽ αυτό δεν θα πρέπει να περάσει όπως οι άλλες. Και θέτω το ερώτημα· ποια είναι τα καθήκοντα ενός Χριστιανού τη Μεγάλη Εβδομάδα; Δεν απευθύνομαι σε απίστους, αθέους η σε χιλιαστάς· απευθύνομαι σε πιστούς, που θέλουν να εορτάσουν σωστά. Ποια είναι λοιπόν τα καθήκοντα που έχουμε την εβδομάδα αυτή; Τα καθήκοντα Το πρώτο καθήκον, αδελφοί μου, είναι να ευχαριστήσουμε απ’ την καρδιά μας τον Κύριον ημών Ιησού Χριστό. Όλη βέβαια η ζωή μας πρέπει να ᾽νε ένα ευχαριστώ, ένα «Δόξα σοι, Κύριε», για τις μικρές και μεγάλες ευεργεσίες του, τις φανερές και αφανείς, για όλα τα καλά, υλικά και πνευματικά, που επιδαψιλεύει η χάρις του· τον ήλιο, τον αέρα, το νερό, τα λουλούδια, τα ακρογιάλια, όλη την πλάση. Να τον ευχαριστούμε ακόμη για τους γονείς και τα αδέρφια, τη γυναίκα και τα παιδιά, για το χρόνο και τις εποχές, για ό,τι ευλογημένο και αναγκαίο. Άνθρωπος αγνώμων είναι χειρότερος από ζώο. Ένα σκύλο έχεις, ένα κομμάτι ψωμί του πετάς, και κουνάει την ουρά του και σού λέει ευχαριστώ. Κι ο άνθρωπος λοιπόν πρέπει να ᾽νε ευγνώμων στο Θεό. Να τον ευχαριστούμε για όλα, αλλά προ παντός για τη θυσία του Υιού του, για τα σεπτά του πάθη. Ακόμη να τον ευχαριστήσουμε και για κάτι άλλο• για τη μακροθυμία του στα τόσα εγκλήματά μας και μάλιστα στις βλασφημίες, για τις οποίες θα ᾽πρεπε ν᾽ ανοίξει η γη να μας καταπιεί κ᾽ η θάλασσα να φουσκώσει να μας πνίξει, και όμως μας ανέχεται. Γι᾿αυτό τη Μεγάλη Παρασκευή η Εκκλησία λέει «Δόξα τη μακροθυμία σου, Κύριε, δόξα σοι». Το ένα καθήκον μας λοιπόν είναι να ευχαριστούμε το Θεό. Το άλλο είναι να παρακολουθήσουμε τις ιερές ακολουθίες. Οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος δεν είναι όπως οι άλλες· διαφέρουν πολύ. Οι ύμνοι της, που είνει γλυκύτεροι απ᾽ το μέλι, τα εμπνευσμένα αυτά ποιήματα όπως π.χ. ο επιτάφιος θρήνος, δεν υπάρχουν σε καμμιά θρησκεία στον κόσμο. Και μόνο τα τροπάρια αυτά, που δεν τα ᾽χουν ούτε φράγκοι ούτε προτεστάντες ούτε κανείς άλλος, φτάνουν ν᾽ αποδείξουν ότι η Εκκλησία μας δεν είναι από τη γη· είναι από τον ουρανό, είναι θεόπνευστη. Ποιος τα έκανε αυτά; που γράφτηκαν, μέσα σε σχολειά και πανεπιστήμια; Τα έφτειαξαν μέσα σε σπηλιές άγιοι ασκηταί, που το δάκρυ τους έπεφτε στη γη και την έκανε να λουλουδίζει. Δεν τα ᾽γραψαν απλώς με το μυαλό και τα γράμματα που ήξεραν· αυτά είναι το αίμα της καρδιάς τους, συναίσθημα υγιές, έκφραση ζωής, βιώματα άγια, αλήθειες, που μόνο όσοι αγάπησαν γνησίως το Χριστό μπορούσαν να έχουν. Πρέπει να ᾽νε αναίσθητος κανείς για να μην τον συγκινούν. Ας τα παρακολουθήσουμε λοιπόν στην εκκλησία κρατώντας μια Σύνοψη. Το τρίτο καθήκον μας. Η εβδομάδα αυτή είναι εβδομάδα νηστείας, αυστηρής νηστείας. Μην ακούτε τους υλιστάς και ασεβείς• εμείς από την παράδοση αποστόλων και πατέρων της Ορθοδοξίας τηρούμε τις νηστείες της αγίας μας Εκκλησίας και κατ᾿ εξοχήν τη νηστεία αυτή. Όταν λέμε νηστεία, δεν εννοούμε να νηστέψει απλώς το στομάχι για να θυμηθεί το όξος του σταυρού· εννοούμε μαζί με το στομάχι να νηστέψει και το στόμα από κακολογία, η γλώσσα από αισχρολογία, τα μάτια από αισχρά θεάματα. Τέτοιες μέρες στο Βυζάντιο οι αυτοκράτορες υπέγραφαν διαταγή· Μεγάλη Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή κλειστά τα ιπποδρόμια και όλα τα θέατρα. Πενθεί η Εκκλησία. Αν ήμασταν χριστιανικό κράτος, θα ᾽πρεπε από αύριο να είναι κλεισμένα τα καταγώγια και τα κέντρα διαφθοράς, και να επικρατή πένθος γι᾿ Αυτόν που υψώθηκε για μας επάνω στο σταυρό. Αλλά έχουμε κ᾽ ένα άλλο καθήκον. Είναι το καθήκον της εξομολογήσεως και της θείας μεταλήψεως. Επ᾽ αυτού δεν θα επεκταθώ. Τούτο μόνο θα πω. Τις άγιες αυτές ημέρες και ιδίως τη νύχτα της Αναστάσεως καλούμεθα να μείνουμε στο ναό μέχρι τέλους με την αναστάσιμη λαμπάδα. Όποιος ακούει το «Χριστός ανέστη» και μετά φεύγει, προτιμότερο θα ήταν να μείνει στο σπίτι του. Αυτό που γίνεται, να αδειάζουν οι εκκλησίες μετά το «Χριστός Ανέστη», είναι βεβήλωση, περιφρόνηση στο Χριστό. Να μείνουμε λοιπόν μέχρι τέλους και να ετοιμαστούμε για τη Θεία Μετάληψη. Η εβδομάδα αυτή είναι κατ᾽ εξοχήν εβδομάδα θείας μεταλήψεως. Τι είναι η Θεία Μετάληψις; Το σώμα και το αίμα του Χριστού μας, η φωτιά του ουρανού. Τι είσαι, σε ρωτώ, άχυρο; μην πλησιάσεις τα άγια, θα καείς. Είσαι χρυσάφι; Αν είσαι χρυσάφι, το χρυσάφι δεν απειλείται από τη φωτιά· όσο πλησιάζει τη φωτιά, τόσο καθαρίζεται. Έτσι κ᾽ εσύ ο Χριστιανός· αν είσαι αμετανόητος, θα σε κάψει η φωτιά, όπως έκαψε τον Ιούδα που κοινώνησε αναξίως· αν όμως πέρασες από το καμίνι της ιεράς εξομολογήσεως, τότε πλησίασε· η Θεία Κοινωνία θα είναι φάρμακο αθανασίας. Τη Μεγάλη Εβδομάδα έχουμε επίσης ιερό καθήκον απέναντι των αδελφών μας που πάσχουν και υποφέρουν. Είναι εβδομάδα αγάπης και ελεημοσύνης. Ένα εκλεκτό φαγητό σε κάποιον που πεινάει, ένα καινούργιο ρούχο —όχι παλιό— σ᾿ έναν που δεν έχει, μια βοήθεια στη χήρα και τα ορφανά, ένα φάρμακο αναγκαίο, μια επίσκεψη στον ασθενή, ένας λόγος παρηγορητικός στον θλιμμένο, ό,τι τέλος πάντων μπορεί να σκεφτεί μια καρδιά που αγαπά. Αλλά δεν είπα τίποτα· υπάρχει κάτι ακόμη, κι αυτό είναι το δυσκολότερο. Όλα όσα είπα- με τα κάνεις· αλλ᾽ εάν το τελευταίο αυτό δεν το κάνεις, Χριστιανός δεν είσαι. Ποιο είν᾽ αυτό; Ξέρω Χριστιανούς που είναι άνθρωποι προσευχής, που έχουν τ᾽ αυτί τους τεντωμένο στα ιερά λόγια, που νηστεύουν αυστηρά, που εξομολογούνται, που κοινωνούν· αλλά λίγους Χριστιανούς γνώρισα που έχουν – ποιο; το «Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει» (δοξ. αίν. Πασχ.). Η Εβδομάδα συγχωρήσεως Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι εβδομάδα συγχωρήσεως. Ποιός, αδελφοί μου, στη ζωή αυτή δεν έχει αντιπάθειες, ψυχρότητες, αντιθέσεις, ποιός δεν έχει κάποιον εχθρό; Τις άγιες αυτές ημέρες ας υψώσουμε το βλέμμα στον Εσταυρωμένο. Κανείς δεν αδικήθηκε και δεν πόνεσε όπως ο Χριστός μας. Ενώ έσχιζαν τις σάρκες του τα καρφιά και την καρδιά του οι κατάρες και τ᾽ αναθέματα των φαρισαίων, εκείνος πάνω απ᾽ το σταυρό προσευχήθηκε· «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34). Κ᾽ εμείς λοιπόν τις άγιες αυτές ημέρες ας

διαβάστε περισσότερα »

ΕΙΣ THN ΜΝΗΜΗΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ – 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

«᾿Ενδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ» (Β΄ Τιμοθ. β’ 1) H ἀνδρεία καὶ ἡ γενναιότης εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχουν εἰς νέους καὶ ἀκμαίους ἄνδρας. Ἰδοὺ ὅμως ἕνας θαλερώτατος γέρων μὲ νεανικὸν σφρῖγος καὶ ἀκατάβλητον ψυχικὴν δύναμιν. Προκαλεῖ κατάπληξιν, ὁμολογουμένως, ὁ ἡρωϊσμὸς τοῦ ἑορταζομένου ἱερομάρτυρος ἁγίου Χαραλάμπους, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπισε τὸ μαρτύριον εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 113 ἐτῶν! Ἐγεννήθη περὶ τὰ τέλη τοῦ πρώτου αἰῶνος· καὶ διετήρει ὅλην τὴν ψυχικήν του ζωτικότητα ἐνῷ ἐπλησίαζεν ὁ τρίτος αἰὼν (†198 μ.Χ.). Εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ πῶς δὲν κατέπεσε μὲ τὴν ἡλικίαν τὸ ἀκλόνητον θάρρος του, πῶς δὲν ἐκάμφθη ἡ ἀποφασιστικότης καὶ ἡ αὐταπάρνησις του. Τὸ παράδειγμά του ἀποδεικνύει πόσον δυνατὸς γίνεται ὁ ἄνθρωπος, ποὺ «ἐνδυναμοῦται ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ητο ἱερεὺς εἰς τὴν Μαγνησίαν τῆς Μ. Ασίας. Ἔζησεν εἰς ἡμέρας μαρτυρικὰς διὰ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Ἐν τούτοις ἔφθασεν εἰς βαθύτατον γῆρας, χωρὶς νὰ τοῦ συμβῇ κακόν. Ὁ Θεὸς τὸν ἐφύλαττε διὰ κρισιμωτέρας στιγμάς. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ζωή του ἦτο συνεχὴς ἄσκησις τοῦ ἀγαθοῦ. Ἔζη κατὰ Χριστόν. Ὑπηρέτει μὲ ζῆλον καὶ ἀφοσίωσιν ὡς ποιμὴν καὶ διδάσκαλος τῶν χριστανῶν. Καὶ εἰργάζετο μὲ ἀκατάβληπτον ἐνεργητικότητα τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς πάσχοντας καὶ ἀσθενοῦντας. Ποῖον νὰ ἦτο ἆράγε τὸ μυστικὸν τῆς ζωτικότητος τοῦ γέροντος αὐτοῦ ἱερέως; Ποία δύναμις τὸν ἐνεψύχωνε καὶ ἀνεκαίνιζεν ὡς ἀετοῦ τὴν νεότητά του; Τὸν ἐνεδυνάμωνεν ἡ χάρις τοῦ Κυρίου. Αὐτὴ ἀνέκαθεν τὸν ἐγιγάντωνεν εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἁγιότητος, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον. Ὁ ἄνθρωπος ἐκ φύσεως «περίκειται ἀσθένειαν» (Εβρ. ε’ 2 ). Εἴμεθα ἀδύνατοι. Καταβαλλόμεθα ἀπὸ τόσα καὶ τόσα κακὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν. Καὶ νικώμεθα συχνότατα ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰς ἀδυναμίας μας. Συναισθανόμεθα πολλάκις ὅτι εἴμεθα ἀνίσχυροι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν κινδύνους, ποὺ μᾶς εὑρίσκων, ἢ νὰ πραγματοποιήσωμεν κάποιο ἰδεῶδες ψυχικὸ ἀνέβασμα που ποθοῦμεν. Ὑπάρχει, ἐν τούτοις, ὁ συντελεστὴς τῆς δυνάμεις ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητος. Εἶναι ἡ χάρις τοῦ Κυρίου. Πρὸς αὐτὴν παραπέμπει ὁ ᾿Απ. Παῦλος, ὅταν λέγῃ «ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦν». Συνιστᾷ νὰ ἐπωφελῆται ὁ χριστιανὸς τῆς ὑπερφυσικῆς ἐκείνης δυνάμεως ποὺ καλεῖται θεία χάρις καὶ πηγάζει ἀπὸ τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πράγματι δὲ ἐκπλήττεται ὁ ἄνθρωπος διὰ τὴν μεταβολὴν καὶ τὴν δύναμιν ποὺ βλέπει εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὅταν διατελῇ ὑπὸ τὴν ἐνέργειαν τῆς θείας χάριτος. Ο χριστιανὸς ποὺ εὑρίσκεται εἰς συνεχῇ ἐπαφὴν μὲ τὸν Θεόν, διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μελέτης τοῦ λόγου Του, συμμετέχει εἰς τὰ ἁγιαστικὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐν γένει ζῇ μέσα εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν αὐτὴν τῆς Χάριτος, «ἐνδυναμοῦται» πράγματι καὶ γίνεται ἱκανὸς νὰ νικήσῃ «τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» τοὺς τέσσαρας ἰσχυροτάτους ἐχθροὺς τοῦ ἀνθρώπου: τὸν κόσμον τῆς ἁμαρτίας, τὴν σάρκα, τὸν διάβολον, καὶ τὸν φόβον τοῦ θανά του. Εξησκημένος εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν τριῶν πρώτων ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοὺς ὁ ῞Αγιος Χαραλάμπης, εὑρέθη ἕτοιμος καὶ πάνοπλος διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὸν τέταρτον, τὸν φόβον τοῦ θανάτου. Όταν συνελήφθη, κατὰ τὸν ἐπὶ Σεπτιμίου Σευήρου διωγμόν, ὁ ἔπαρχος τῆς Μαγνησίας Λουκιανὸς τὸν ἠπείλησεν ὅτι θὰ τὸν ἐβασάνιζε σκληρὰ, ἐὰν δὲν ἐπείθετο νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα. ᾿Αλλ’ ὁ ἀτρόμητος γέρων τοῦ ἀπήντησε· «κακῶς ἔκρινες δι᾿ ἕνα ἱερέα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι θὰ τὸν φοβίσουν ἀπειλαὶ βασάνων καὶ θανάτου· ἔπειτα, ἐγὼ ἐξώφλησα πλέον μὲ τὴν ζωήν· ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ εἶχα ἀποθάνει· ἑπομένως, διὰ τοῦ θανάτου θὰ μοῦ δώσῃς αὐτὸ ποὺ κάθε ἡμέραν πλέον περιμένω». Ὁ Έπαρχος τοῦ συνιστᾷ νὰ σκεφθῇ τὸ βαθὺ του γῆρας. Αλλὰ «εἰς τοὺς ἰδικούς μας ἀγῶνας—ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος—τὸ πᾶν εἶναι ἡ ψυχικὴ δύναμις καὶ ἡ αὐταπάρνησις. Αὐτὰ δὲν καταπίπτουν μὲ τὴν ἡλικίαν. Αμφιβάλλεις, ἔπαρχε; Δοκίμασε». Ἐπηκολούθησε πράγματι ἀγριώτατος βασανισμὸς τοῦ γέροντος. Τοῦ ἀπέσπασαν ὅλον τὸ δέρμα. Καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἀφορήτων πόνων, ὁ γενναῖος ἱερομάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἔψαλλεν ὕμνους, ἐνῷ οἱ δήμιοι ἐξετέλουν τὴν θηριώδη καὶ φρικαλέαν πρᾶξιν τῆς ἐκδορᾶς, ὅπως εἰς τὰ κοινὰ σφάγια. ᾿Αλλ’ εἴπομεν· ὁ ἅγιος εἶχε προπονηθῆ ἄριστα διὰ τὴν ὥραν αὐτήν. Ὅλη ἡ μακρὰ ζωή του ἦτο γεμάτη ἀπὸ πνευματικὰ γυμνάσματα καὶ παλαίσματα ἐναντίον οὐχὶ εὐκαταφρονήτων ἐχθρῶν. Ἡ «εὐπερίστατος ἁμαρτία» ἀποτελεῖ διὰ τὸν χριστιανὸν καθημερινὸν πάλαισμα, Κόσμος, σάρξ καὶ διάβολος είναι συνήθεις πολέμιοι τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅσοι ὁπλίζονται μὲ τὴν θείαν χάριν, καὶ πολεμοῦν μὲ θέλησιν ἰσχυρὰν ἐναντίον αὐτῶν, ἀναδεικνύονται ὄντως δυνατοὶ καὶ ἱκανοὶ νὰ ἀντιμετωπίσουν μέ ἡρωϊσμὸν καὶ αὐτὸν τὸν θάνατον. Ὁ ἅγιος Χαραλάμπης ἐνίκησε καὶ εἰς τὰ τέσσαρα μέτωπα. Ἡ γενναιότης του κατὰ τὸ φρικτὸν μαρτύριον εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῶν προηγηθέντων ἄθλων του εἰς τὰ ἄλλα μέτωπα. Ας μὴ μᾶς διαφεύγῃ, ἀγαπητοί, ὅτι ὁ χριστιανὸς δὲν φθάνει εἰς τὸ ὑψηλότερον σημεῖον τῆς ἀρετῆς του μὲ ἕνα ἅλμα. Ἡ δύναμις τῆς χριστιανικῆς προσωπικότητος ἀποκτᾶται μὲ συνεχῆ ἄσκησιν. Καὶ ὁ ἀπόστολος εἶπεν «ἐνδυναμοῦ (ὄχι ἐνδυναμώθητι) ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Θέλει νὰ τονίσῃ ὅτι ὁ καταρτισμὸς καὶ ἡ ἐποικοδομὴ τοῦ χριστιανοῦ χρειάζεται συνεχῆ προσπάθειαν. Προπονεῖται δὲ ὁ ἀδύνατος ἄνθρωπος, ὅπως οἱ ἀθληταί, εἰς τὰ μικρότερα καὶ ἁπλούστερα, διὰ νὰ γίνῃ βαθμηδὸν ἱκανὸς διὰ μεγαλύτερα καὶ δυσκολώτερα. Μὴ περιμένετε ποτὲ κάτι σπουδαῖον ἀπὸ ἄνθρωπον, ποὺ δὲν ἔχει ἀκονίσει τὴν θέλησίν του ἐπὶ μακρὸν εἰς πολλὰ ἄλλα, ὀλιγώτερον κρίσιμα, σημεῖα τῆς καθημερινῆς ζωῆς. ᾿Αλλὰ καὶ ἡ θεία χάρις πρέπει νὰ τροφοδοτῇ καὶ νὰ ἐνισχύῃ καθημερινῶς τὸν ἀγωνιστὴν χριστιανόν. Πολλὴ προσευχή, καὶ μελέτη ἐποικοδομητική, καὶ τακτικὴ μυστηριακὴ ζωὴ (προσέλευσις εἰς τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας), καὶ ἔμπρακτος ἐξάσκησις εἰς τὴν κατὰ Χριστὸν ζωὴν, εἶναι ἀπαραίτητοι προϋποθέσεις, διὰ νὰ δημιουργηθῇ μία ἰσχυρὰ χριστιανικὴ προσωπικό της. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν», εἶπεν ὁ Κύριος (Ἰω. ιε΄ 5). Οἱ δύο δὲ Κορυφαῖοι ᾿Απόστολοί Του ἐγνώρισαν τοῦτο ἐκ πείρας. ᾿Αρνητικῶς ὁ Πέτρος, ὅταν ἐστηρίζε το εἰς τὸν ἑαυτόν του, καὶ ἔλεγε μὲ αὐτοπεποίθησιν ὅτι ἦτο ἕτοιμος νὰ συναποθάνῃ μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅτι οὐδέποτε θὰ τὸν ἠρνεῖτο. Τὸν ἠρνήθη ὅμως κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἀπεδείχθη εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀνίσχυρος χαρακτήρ. Ἐνῷ, ἐὰν ἠσθάνετο τὴν ἀδυναμίαν του καὶ ἐπεκαλεῖτο τὴν παρὰ Κυρίου ἐνδυνάμωσιν, ἀναμφιβόλως θὰ ἐστέκετο καλύτερα κατὰ τὴν ὥραν τῆς δοκιμασίας. Ὁ Παῦλος, ἐξ ἄλλου, ἐγνώρισε θετικῶς τὴν ἀξίαν τῆς θείας χάριτος, ὡς παράγοντος μεγάλης ἐνδυναμώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἐπέτρεψεν ὁ Θεὸς νὰ ὑποστῇ «σκόλοπα

διαβάστε περισσότερα »

2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ – ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΣΗΜΕΙΟΝ ΑΝΤΙΛΕΓΟΜΕΝΟΝ «Ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». (Λουκ. β΄ 34) Μὲ συγκίνησιν πολλὴν ὁ δίκαιος Συμεὼν κρατεῖ εἰς τὰς ἀγκάλας του τὸ θεῖον βρέφος. Η καρδία του εἶναι πλημμύρισμένη ἀπὸ ἀγαλλίασιν. Ἔχει ἐστραμμένον τὸ βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὰ χείλη του κινοῦνται εὐλαβικά, διὰ νὰ προφέρουν θερμὴν εὐχήν, τὴν ὁποίαν ἡ μακαρία ἐκείνη στιγμὴ ἔφερεν εἰς τὸ στόμα του· «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα…» Ο τρισευτυχισμένος ἐκεῖνος πρεσβύτης στρέφεται κατόπιν πρὸς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ τῆς εἴπῃ βαρυσημάντους λόγους. Μὲ σοβαρότητα, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει προφήτην φωτισμένον ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποκαλύπτοντα τὰς βουλὰς τοῦ Ὑψίστου, λέγει: «ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Λόγοι ἀληθῶς προφητικοί, τοὺς ὁποίους ἡ Παναγία ἀκούει, ὄχι ἁπλῶς μὲ συγκίνησιν, ἀλλὰ μὲ δέος. Διότι προφητεύουν γεγονότα θλιβερὰ καὶ δυσάρεστα, ἐφ’ ὅσον μάλιστα συνεχίζονται μὲ τὴν διαβεβοίωσιν: «καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία», τ.ἔ. καὶ τὴν ἰδικήν σου μητρικὴν καρδίαν θὰ διατρυπήσῃ δίστομος μάχαιρα. Αἱ τελευταῖαι λέξεις τῆς προφητείας αὐτῆς ἀναφέρονται εἰς τὸ πάθος τοῦ Κυρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ ἐσπαράσσετο ἡ μητρικὴ καρδία. Τὰ προηγούμενα ὅμως προφητικὰ λόγια «ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» εἶχον καὶ ἔχουν τὴν πραγματοποίησίν πᾶσαν ἐποχήν. 1. «Σημεῖον ἀντιλεγόμενον». ᾿Αφ᾿ ὅπου ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἔγινε τὸ σοβαρώτερον σημεῖον τῆς ἀντιλογίας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ προσωπικότης Του καὶ ἡ διδασκαλία Του ὑψώνονται ὡς στήλη φωτεινὴ ποὺ ἑλκύει ὁπωσδήποτε τὴν προσοχὴν ὅλων, ἀλλὰ καὶ καλεῖ ὅλους νὰ λάβουν θέσιν ἀπέναντί της. ᾿Αναλόγως δὲ πρὸς τὴν στάσιν ποὺ παίρνουν ἀπέναντι τοῦ Χριστοῦ, χωρίζονται πάντοτε εἰς δύο παρατάξεις οἱ ἄνθρωποι. Καὶ ὅλη ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος κινεῖται περὶ ἄξονα τὸν Χριστόν. Τὸ βαθύτερον νόημα τῶν ἱστορικῶν γεγονότων κάθε ἐποχῆς δὲν εἶναι -ὅπως ἠθέλησαν αὐθαιρέτως νὰ ὑποστηρίξουν μερικοὶ- ἐπαύγασμα ὑλικῶν (καὶ δὴ οικονομικῶν) παραγόντων, ἀλλ᾽ εἶναι ἔκφρασις, καὶ ἐκδήλωσις τῆς στάσεως ποὺ λαμβάνουν ἑκάστοτε οἱ λαοὶ ἀπέναντι τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Νόμου Του. Αὐτὸς εἶναι τὸ «ἀντιλεγόμενον σημεῖον». ῎Αλλοι Τὸν δέχονται καὶ ἄλλοι Τὸν ἀρνοῦνται. ῎Αλλοι τάσσονται ὑπὸ τὴν σημαίαν Του, πιστοὶ στρατιῶται τῆς βασιλείας Του, καὶ ἄλλοι πολεμοῦν τὰ ἰδανικά ποὺ Ἐκεῖνος ἔγραψε μὲ τὸ Αἷμα τῆς θυσίας Του. Καὶ ἡ μετὰ Χριστὸν Ἱστορία, διὰ μέσου ποικίλων γεγονότων, δεικνύει τὴν κίνησιν καὶ τὴν πορείαν ποὺ ἀκολουθεῖ ἡ καμπύλη τῆς χριστιανικότητος ἢ μὴ τῆς ζωῆς τῶν ἀτόμων καὶ τῶν κοινωνιῶν. Πράγματι! ῎Ατομα καὶ οἰκογένειαι ποὺ Τὸν δέχονται καὶ συμμορφώνονται πρὸς τὸ θέλημά Του έχουν μίαν ἐξέλιξιν «εἰς ἀνάστασιν» τ. ἔ. ἐξέλιξη εὐτυχῆ, παρ’ ὅλας τὰς τυχὸν δοκιμασίας των. Αντιθέτως, ἐκεῖνοι ποὺ παίρνουν ἠρνητικὴν στάσιν καὶ δὲν δέχονται ὑποταγὴν εἰς τὸ θεῖόν Του θέλημα, ἐξελίσσονται κατὰ τρόπον ποὺ ὁδηγεῖ «εἰς πτῶσιν», δηλ. ἐπακολουθεῖ εἰς αὐτοὺς κατάπτωσις καὶ καταστροφή· «σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν» (Ρωμ. γ 16-17), διότι τὸ εἶπε πρὸ αἰώνων πολλῶν ὁ προφήτης «οι μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἀπολοῦνται». (Ψαλμ. β΄ 27) Καὶ κοινωνίαι ὁλόκληροι ὁδηγοῦνται «εἰς ἀνάστασιν» ἢ «εἰς πτῶσιν», ἀναλόγως τῆς ἐπικρατήσεως εἰς αὐτὰς χριστιανικοῦ ἢ ἀντιχριστιανικοῦ πνεύματος. Ὑπάρχει καὶ τοῦ πολιτισμοῦ πτῶσις καὶ ἀνάστασις (ἄνοδος), ἀναλόγως πρὸς τὸ κλῖμα καὶ τὰ ρεύματα ποὺ ἐπικρατοῦν. Μὲ τὴν χριστιανικὴν πνοὴν προάγεται ὁ πολιτισμός· καὶ χωρὶς αὐτὴν φθάνει γρήγορα εἰς τὴν παρακμὴν καὶ τὴν δύσιν του. Εἶναι ἀδιάψευστος ἡ προφητεία, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς «κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν… καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». 2. Ἤδη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Κυρίου ἐτέθη αὐτὸ τὸ δίλημμα εἰς τοὺς ἀνθρώπους· καὶ παρουσιάζετο ἡ Προσωπικότης Του καὶ τὸ κήρυγμά Του ὡς «σημεῖον ἀντίλεγόμενον» ὑπὸ διπλῆν ἔννοιαν. Πρῶτον μὲν πολλοὶ διηρωτῶντο: «Τίς ἄρα οὗτός ἐστιν;» (Μάρκ. δ΄ 41). Μήπως ἄλλωστε καὶ ὁ Κύριος δὲν ἠρώτησε τοὺς μαθητάς Του διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀπήχησις τῆς κοινῆς γνώμης, «τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;» (Ματθ. ιστ΄ 13). Καὶ ἡ ἀπάντησις, ἐκ μέρους τῶν μαθητῶν, ἦτο: «οἱ μὲν Ἰωάννην τόν Βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν». Αλλὰ καὶ πάλιν ἐρωτᾷ ὁ Κύριος: «Ὑμεῖς δὲ τίνα μὲ λέγετε εἶναι;» Καί, ἐξ ὀνόματός των, ὁ Πέτρος ἐκφράζει τὸ ἀληθὲς φρόνημα περὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ πανηγυρικῶς ὁμολογεῖ: «σύ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». (αὐτ. 14-16). Έκτοτε, διὰ μέσου τῶν αἰώνων και τῶν γενεῶν, ὅλοι οἱ σοβαρῶς σκεπτόμενοι ἄνθρωποι ἀντιμετωπίζουν τὸ ἐρώτημα τοῦτο: «τίς ἄρα οὗτός ἐστιν»; Ποῖος εἶναι λοιπὸν Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς θεία μορφή, ὡς προσωπικότης ἀγιωτάτη καὶ ὡς διδάσκαλος ὑψηλοτάτων ἀληθειῶν; ῎Αλλοι μὲν εὐλαβῶς ὑποκλίνονται ἐνώπιον τῆς ἁγίας Του προσωπικότητος καὶ εὐλαβῶς ὑπακούουν εἰς τὸ θεῖόν Του θέλημα. Καὶ σοφοὶ τοῦ κόσμου καὶ ἁπλοϊκοὶ τοῦ λαοῦ. Ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ Κυρίου καὶ ἐπὶ τῶν γραμμῶν τοῦ Εὐαγγελίου Του συναντῶνται ὅσοι ὁμολογοῦν πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς Αὐτόν, λατρεύοντες τὴν θεότητα Του. ῎Αλλοι ὅμως ἔχουν τὰς ἐπιφυλάξεις των. Τὸν θεωροῦν ἁπλῶς ὡς μίαν ὑπέροχον φυσιογνωμίαν, ἀλλὰ προβάλλουν τὰς ἀμφιβολίας τῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν Θεότητά Του. Δὲν εἶναι ὅμως ὁ Κύριος μόνον ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς πίστεως «σημεῖον ἀντιλεγόμενον», ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ηθικολογικοῦ πεδίου. Διὰ τοῦτο κυρίως «σχίσμα ἐγένετο ἐν τῷ ὄχλῳ δι’ αὐτόν» (Ἰω. ζ’. 43) Διότι ὁ Κύριος δὲν προβάλλει μόνον ὡς διδάσκαλος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀπαίτησιν τῆς συμμορφώσεως τῆς ζωῆς μας σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλίαν Του. Διχάζονται λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι. Καὶ ἄλλοι μέν, κατανοοῦντες ὅτι ἡ διδασκαλία αὐτὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἠθικὴ διδασκαλία, τὴν ἀποδέχονται καὶ συμμορφώνονται πρὸς αὐτὴν· ἄλλοι ὅμως ἐπαναλαμβάνουν «σκληρὸς ἐστιν οὗτος ο λόγος τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;» (Ἰω. στ΄ 60). Σκληραὶ δηλ. αἱ ἀπαιτήσεις τῆς διδασκαλίας αὐτῆς· ποῖος μπορεῖ νὰ τὴν ἀκούῃ καὶ νὰ τὴν ἀποδέχεται; Στρέφουν λοιπὸν τὰ νῶτα καὶ ἐγκαταλείπουν τὴν γραμμὴν τοῦ Κυρίου, καθ᾿ ὅν χρόνο, ἄλλοι, συνετώτεροι καὶ μὲ εἰλικρινεστέραν διάθεσιν, ἐπαναλαμβάνουν διὰ μέσου τῶν αἰώνων: «Κύριε, πρὸς τίνα ἀπέλευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις». (αὐτ. 68) Ποῦ ἀλλοῦ νὰ καταφύγωμεν ἐκτὸς ἀπὸ Σένα; Σὺ δίδεις τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν τοῦ βίου καὶ ἐξασφάλισιν ζωῆς αἰωνίου. 3. Ἐνῷ ὅμως ὁ Κύριος, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, παρουσιάζεται ὡς «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» καὶ «κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν», ἀναλόγως τῆς στάσεως ἑνὸς ἑκάστου, μένει πραγματικότης ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως, ὅτι

διαβάστε περισσότερα »

Νήστευε, αλλά τρεφόταν από τους επαίνους των άλλων.

Σε μια κωμόπολη ζούσε κάποιος που τόσο πολύ νήστευε, ώστε όλοι να τον διαφημίζουν σαν μεγάλο νηστευτή. Η φήμη του έφθασε και στον αββά Ζήνωνα. Τότε ο αββάς τον κάλεσε κοντά του. Εκείνος ήρθε. Χαιρετήθηκαν και κάθισαν. Ο αββάς άρχισε το εργόχειρό του και η ώρα περνούσε σε απόλυτη σιωπή. Ο νηστευτής, μη μπορώντας να μιλήσει, άρχισε να στενοχωρείται και ν’ αδημονεί. Στο τέλος δεν άντεξε και είπε: – Ευχήσου για μένα, αββά, γιατί θέλω να φύγω. – Γιατί; τον ρώτησε εκείνος. – Νιώθω σφίξιμο στην καρδιά μου και δεν ξέρω τι συμβαίνει. Στον κόσμο νηστεύω μέχρι το βράδυ και δεν νιώθω καμιά δυσκολία. Εδώ στην έρημο δεν αντέχω. – Στον κόσμο, του απαντά ο αββάς, από τα αυτιά σου τρέφεσαι. Σε τρέφουν οι έπαινοι των ανθρώπων. Πήγαινε λοιπόν και, όπως οι άλλοι, να κάνεις κάθε μέρα ενάτη (δηλ. να γευματίζεις μια φορά στις τρεις το απόγευμα). Ο νηστευτής πήγε πάλι στον κόσμο και με δυσκολία και θλίψη περίμενε την ώρα του φαγητού, ενώ άλλοτε με ευκολία νήστευε μέχρι το βράδυ. Το διαπίστωσαν αυτό οι γνωστοί του και έλεγαν μεταξύ τους: – Φαίνεται ότι δαιμόνιο τον κυρίευσε. Λυπημένος εκείνος πήγε πάλι στον αββά Ζήνωνα και του περιέγραψε τη νέα κατάσταση. Και ο Γέροντας του είπε: – Αυτός είναι ο σωστός δρόμος. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Μακριά από τους επαίνους να εργάζεσαι μυστικά και με κόπο την αρετή.   Ιερά Μονοπάτια.

διαβάστε περισσότερα »

Κάθε πρωί να τρώμε Αντίδωρο και να πίνουμε Αγιασμό.

Οι παλαιοί είχαν το καλό έθιμο να τρώνε αντίδωρο κάθε πρωί, πίνοντας αγιασμό και κάνοντας τον σταυρό τους, πριν αρχίσουν κάθε έργο. Σήμερα, αυτό γίνεται στα μοναστήρια. Όταν δεν τελείται η Θεία Λειτουργία, δηλαδή δεν υπάρχει Θεία Κοινωνία άρα δεν υπάρχει αντίδωρο, στην έξοδο από την ορθρινή ακολουθία, προσφέρεται αγιασμός και φρυγανισμένο αντίδωρο, μικρό κυβάκι, από κάποια άλλη μέρα που τελέστηκε η Λειτουργία. Οι μοναχοί αρχίζουν την καθημερινή τους διατροφή με βρώση και πόση αγιασμένη, αντίδωρο κι αγιασμό. Κάθε σκέψη και κίνηση να γίνεται Χριστός. Εύκολα λοιπόν θα σκεφτεί κανείς κι αμέσως θα κολλήσει την “ταμπέλα” του αναχρονιστή ή παλιομοδίτη σε κάποιον που διατηρεί αυτή τη συνήθεια. Δεν είναι μόνο ο κακός λογισμός των άλλων αλλά και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε κι εμείς συχνά τα πράγματα. “Θα φάω αντίδωρο και θα πιω αγιασμό για να μου πάει καλά η μέρα…”, θα σκεφτεί κάποιος. “Φάε λίγο αντίδωρο, έτσι για το καλό! ”, θα πει η μάνα στο παιδί και θα επιμείνει. Εξετάζουμε όμως συχνά το αποτέλεσμα και όχι την αιτία. Όντως είναι καλό κι ευλογημένο να τρώμε αντίδωρο το πρωί, πριν από κάθε τροφή και να πίνουμε αγιασμό. Όχι απλώς για να μας “πάει καλά η μέρα”..! Το ότι τρώω λοιπόν αντίδωρο το πρωί και πίνω αγιασμό σημαίνει ότι στυλώνω το σώμα μου μαζί με την Εκκλησία του Χριστού. Του λέω, στην ουσία, ότι “και σήμερα αρχίζω τη συντήρηση του χωματένιου μου σώματος από Σένα”. Θυμίζει σ’ όλους ότι θα κοινωνήσουμε και την επόμενη Κυριακή. Φαντάσου ο καθένας να είχε στο νου του να κοινωνάει κάθε Κυριακή. Πόσο διαφορετικοί θα είμασταν όλοι… Αν αρχίζουμε με το Θεό τη μέρα μας, ας συμμετέχουμε στη Λειτουργία, να καταλαβαίνουμε τα λόγια, να μη τ’ ακούμε μηχανικά, να τα ζούμε, έστω να προσπαθούμε…τότε, τίποτε δεν θα πηγαίνει στραβά ή εμείς θα έχουμε αλλάξει τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα. Κι αυτό κι αν είναι ευτυχία. Μακαριότητα.

διαβάστε περισσότερα »

Ποιοι είναι «οι πτωχοί τω πνεύματι» τους οποίους μακαρίζει πρώτους ο Κύριος;

Είναι σχεδόν αδύνατο για τον αλαζόνα και τον εγωιστή άνθρωπο να κατανοήσει τον πρώτο μακαρισμό του Κυρίου στην επί του όρους ομιλία Του. Οι κοσμικοί άνθρωποι έχουν μάθει να θαυμάζουν τους «πετυχημένους» στην εργασία τους ανθρώπους, τους πλουσίους, τους πολυταξιδεμένους, τους διάσημους και ο Μακαρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός γιατί δε συμβαδίζει με τη λογική τους.Αυτό βέβαια συμβαίνει επειδή βλέπουν τα πράγματα επιφανειακά και τους φαίνεται περίεργο το πώς μακαρίζονται οι «πτωχοί τω πνεύματι», γιατί θεωρούν πως πρόκειται για τους ανόητους, δηλαδή αυτούς που, κατά μία έκφραση, είναι «φτωχοί στο πνεύμα». Ποιοι λοιπόν είναι αυτοί οι πτωχοί, τους οποίους μακαρίζει πρώτους ο Κύριος; «Πτωχοί τω πνεύματι» είναι οι πτωχοί προς την . Είναι όσοι στερήθηκαν τη Θεία Χάρη, η οποία πλουτίζει πράγματι τον άνθρωπο και την αποδιώχνει η αμαρτία. Είναι όσοι έχασαν τα πνευματικά μέσα, τα απαραίτητα για τη θεραπεία της εκ της αμαρτίας θανασίμως πασχούσης ψυχής των, αλλά τώρα ΣΥΝΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ αυτή τη στέρηση και ποθούν την θεραπεία τους και επιζητούν τον Σωτήρα. Όπως υλική πτωχεία είναι η απώλεια ή η στέρηση υλικών πραγμάτων την οποία ζούμε πλέον όλο και περισσότερο στις μέρες μας, ακριβώς ίδια είναι η απώλεια και η στέρηση του πνευματικού πλούτου. Και όπως οι φτωχοί ως προς τα υλικά , όχι μόνο καταλαβαίνουν και συναισθάνονται τη φτώχεια τους, αλλά και υποφέρουν εξαιτίας της και ποθούν και αγωνίζονται ν΄ απαλλαγούν από αυτήν, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο οι πτωχοί τω πνεύματι, έχουν λυπηρή συναίσθηση της πνευματικής και ηθικής πτωχείας τους, της αμαρτωλότητας τους, της νοσηρής πνευματικής τους κατάστασης, των ηθικών ελλείψεων και ατελειών τους. Πονούν και λυπούνται για όλες τις φορές που στη ζωή τους λύπησαν τον Σωτήρα τους. Αυτούς μακαρίζει ο Κύριος, γράφει ο αείμνηστος π. Σεραφείμ Παπακώστας. Και τους μακαρίζει όχι για την κατάσταση τους καθ΄ εαυτή, αλλά γιατί είναι οι άνθρωποι εκείνοι που αφού γνώρισαν την Αλήθεια, επιθυμούν όσο τίποτε άλλο, την ένωση με τον Δημιουργό τους. Επιθυμούν όπως το διψασμένο ελάφι αναζητεί το κρυστάλλινο ύδωρ την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος. Γίνονται νηπτικοί (προσεχτικοί) στις παγίδες τις αμαρτίας και της συνήθειας και αγωνίζονται για την πρόσκτηση εκείνων των αρετών που καθαρίζουν και ανορθώνουν την ψυχή. Είναι εκείνοι που αγωνίζονται να γίνουν «άνθρωποι του Θεού» και έχοντας «πνεύματα συντετριμμένα και καρδιές συντετριμμένες και τεταπεινωμένες» κινούν όλη την αγάπη και τη μακροθυμία του Θεού.   Βήμα Ορθοδοξίας

διαβάστε περισσότερα »

Θέλεις να βρεις την αιώνια ζωή; Κράτησε αυτά τα δύο…

  Θέλεις να βρεις την αιώνια ζωή; Κράτησε αυτά τα δύο, την πίστη και την ταπεινοφροσύνη. Όπως η χάρη του Θεού πλησιάζει τον ταπεινόφρονα, έτσι στον υπερήφανο έρχονται οδυνηρές περιστάσεις. Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι στους ταπεινόφρονες, για να τους κάνει να ευφραίνονται στους υπερήφανους όμως εναντιώνεται, για να τους ταπεινώσει. Ο ταπεινός δέχεται συνεχώς το έλεος του Θεού, ενώ ο σκληρόκαρδος και ολιγόπιστος βρίσκει στο δρόμο του συναπαντήματα φοβερά. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για όλες τίς δωρεές που δέχθηκες από το Θεό, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, και θα δοξαστείς πιο πολύ παρά οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Να προλαβαίνεις και να χαιρετάς όλους τους ανθρώπους, και να υποκλίνεσαι μπροστά τους, και έτσι θα τιμηθείς πιο πολύ παρά αυτοί που προσφέρουν ως δώρο χρυσάφι καθαρό. Εξευτέλισε τον αμαρτωλό εαυτό σου, και θα δεις μέσα σου τη δόξα του Θεού. Γιατί όπου βλαστάνει η ταπείνωση, εκεί αφθονεί η δόξα του Θεού. Εάν αγωνισθείς να εξευτελιστείς φανερά από τους ανθρώπους, για να εξαλείψεις την υπερηφάνεια σου και τον εγωισμό σου, ο Θεός θα σε κάνει να δοξαστείς. Εάν όμως ταπεινώνεσαι μέσα στην καρδιά σου, χωρίς να σε βλέπουν οι άλλοι, τότε ο Θεός φανερώνει τη δόξα του στην καρδιά σου. Όταν έχεις μεγάλα αξιώματα ή χαρίσματα, να γίνεις ευκαταφρόνητος, για να μην υψηλοφρονήσεις και χάσεις τη χάρη του Θεού όταν πάλι βλέπεις ότι είσαι πολύ μικρός και αδύναμος πνευματικά, μη κάνεις τον σπουδαίο. Να δέχεσαι με προθυμία την καταφρόνια των ανθρώπων, και θα γεμίσεις από την τιμή του Θεού. Ο υπερήφανος δεν καταλαβαίνει ότι βαδίζει στο σκοτάδι και ότι αγνοεί την αληθινή σοφία. Γιατί, πώς μπορεί να το γνωρίζει, ενόσω βρίσκεται στο σκοτάδι και δε βλέπει; Γι’ αυτό και υπερηφανεύεται με το σκοτισμένο λογισμό του, ότι είναι ανώτερος όλων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ευτελέστερος και ασθενέστερος των ταπεινών, και δεν μπορεί να μάθει και να βαδίσει τον άγιο δρόμο του Κυρίου. Και ο Κύριος κρύβει από τον υπερήφανο το άγιο θέλημα του, γιατί δε θέλησε να βαδίσει στο δρόμο των ταπεινών. Να πορεύεσαι στη ζωή σου με απλότητα, και μην κάνεις το σοφό μπροστά στο Θεό. Η πίστη πηγαίνει οπού υπάρχει απλότητα, ενώ η υψηλοφροσύνη ακολουθεί τον άνθρωπο, που κάνει λεπτούς και έξυπνους συλλογισμούς, και παρουσιάζει τα πράγμα διαφορετικά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό όμως τον απομακρύνει από το Θεό. Από το βιβλίο: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ   theomitoros.

διαβάστε περισσότερα »

Γιατί Υπάρχει Όλο Αυτό το Κακό Γύρω μας;

  Ερώτηση που λάβαμε: Γιατί υπάρχει όλο αυτό το κακό γύρω μας? Η απάντηση της ιστοσελίδας μας: Μετά την πτώση από τον Παράδεισο η φύση μας έχει διαφθαρεί τόσο, ώστε το μόνο που επιθυμεί είναι η ικανοποίηση του «εγώ» μας. Από τότε που επαναστατήσαμε κατά του Θεού της αγάπης μέσα στον Παράδεισο, διχαστήκαμε και ως προσωπικότητες και γίναμε εχθροί του ίδιου του εαυτού μας. Διχαστήκαμε όμως και με τον πλησίον. Γι᾿ αυτό και μόνη μας επιθυμία είναι η προσωπική εγωιστική απόλαυση των ηδονών της ζωής. Γι᾿ αυτό και ο τόσος πόνος, η τόση φτώχεια, η τόση αδικία, η τόση ανισότητα, το πολυποίκιλο γενικά κακό στον κόσμο. Γι᾿ αυτό η τόση επιδείνωση της αστοργίας και ασπλαχνίας μέσα μας και γύρω μας. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο «καλόν λίαν». Το κακό δεν είναι δικό του δημιούργημα. Είναι εφεύρημα του διαβόλου και ανταπόκριση σ’ αυτό της δικής μας προαιρέσεως, της κακής χρήσεως της ελευθερίας που μάς χάρισε ο Δημιουργός. Είναι αποτέλεσμα της αμαρτωλής ψυχικής μας διαθέσεως, που εναντιώνεται στην αρετή· της διαθέσεως, η οποία μάς εξαχρειώνει και μάς σύρει ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση μακριά από το αγαθό. Βέβαια ο παντογνώστης Θεός δεν μένει απλός και αδιάφορος παρατηρητής των όσων συμβαίνουν στον κόσμο και τα οποία τόσο μάς πληγώνουν. Όλα και όλοι είμαστε μέσα στην απέραντη και ανεξάντλητη αγάπη του, η οποία παρακολουθεί μέ πατρικό ενδιαφέρον τα πάντα και με πάνσοφους τρόπους, ανεξιχνίαστους από το δικό μας φτωχό ανθρώπινο μυαλό, τακτοποιεί έτσι όλα τα πράγματα – ακόμη και τα πιο οδυνηρά – ώστε όσοι έχουν καλή διάθεση να αποκομίζουν πνευματικό όφελος από τις θλίψεις και τις δοκιμασίες της ζωής. Αυτό δε το πνευματικό όφελος, εφόσον οδηγεί στην αιώνια σωτηρία και ευτυχία του ανθρώπου, είναι ασύγκριτα ανώτερο από την υλική ευημερία σ᾿ αυτή την πρόσκαιρη ζωή. Ναι, θα πει κάποιος. Αλλά γιατί ο Θεός δεν εξαλείφει το κακό ή τουλάχιστον, γιατί δεν το αναχαιτίζει; Το κλειδί στη λύση του προβλήματος αυτού, το οποίο θα παρουσιάζει πάντα τις μυστηριώδεις και ανεπίλυτες πλευρές του, βρίσκεται στους λόγους των θεοφώτιστων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι διδάσκουν: «Όλα διοικούνται διά της προνοίας του Θεού ο Οποίος άλλα μεν επιτρέπει, για τον λόγο που Εκείνος γνωρίζει, άλλα δε ενεργεί ο Ίδιος», λέει ο ιερός Χρυσόστομος. Υπάρχουν και περιπτώσεις πλήρους ή προσωρινής εγκαταλείψεως εκ μέρους του Θεού, διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ας προσέξουμε όμως. Όλα μεν διοικούνται από την αγαθή πρόνοια του Θεού και όλα είναι κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της αβυθομέτρητης αγάπης του, θα έλθει όμως, όταν κρίνει Εκείνος, και η ώρα της επεμβάσεώς του. Ωστόσο άλλη είναι η σχέση του παντοκράτορος Θεού προς το φυσικό κακό – αρρώστιες, θύελλες, τρικυμίες, σεισμούς, αφορία της γης κ.τ.ό. -, εντελώς δε διαφορετική και μάλιστα αντίθετη προς το ηθικό κακό, δηλαδή την κάθε είδους αμαρτία. Διότι το μεν φυσικό κακό ο Θεός κατά το αγαθό θέλημά του το επιτρέπει, επειδή μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο σε μετάνοια, επιστροφή και άσκηση της αγάπης. Ή επειδή μπορεί να παρακινήσει ανθρώπους να ηγηθούν ειρηνικών κοινωνικών επαναστάσεων που αλλάζουν τη μορφή της κοινωνίας, όπως π.χ. έναν Μ. Βασίλειο, έναν άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, έναν άγιο Ιωάννη Ελεήμονα κ.λ.π. Το ηθικό όμως κακό ο άγιος Θεός το αποδοκιμάζει έντονα και σταθερά. Παραχωρεί μεν να γίνεται, δεν μετέχει όμως ούτε ευδοκεί (ούτε ευαρεστείται) ούτε και συνεργεί σ᾿ αυτό. Ο Θεός, που δεν είναι δυνατόν να πειρασθεί ποτέ από κάτι κακό και πονηρό, είναι απολύτως αδύνατον να προκαλέσει πειρασμό αμαρτίας σε κάποιον. Κάθε άνθρωπος ερεθίζεται και σπρώχνεται στην αμαρτία από τη δική του αμαρτωλή επιθυμία (Ιακ. α´ 13, 14). Και ο μεν Θεός προνοεί για όλα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είμαστε αυτεξούσιοι. Δηλαδή διατηρούμε το δικαίωμα ελευθερίας και δράσεως, το δικαίωμα να επιλέγουμε. Ακόμη δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Θεός δεν θέλει να γίνεται τίποτε πονηρό. Και ακόμη, ότι δεν γίνονται όλα από τη θέλησή του, αλλά και από τη δική μας. Όλα μεν τα κακά γίνονται μόνο από μας, όλα δε τα καλά από μας και χάρη στη βοήθειά τουΘεου. «Τα μεν αγαθά όλα γίνονται με τη δική μας θέληση και με τη βοήθεια του Θεού, που δίκαια συνεργάζεται με όσους προτιμούν το αγαθό με ορθή συνείδηση» (Άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος). Τα δε πονηρά έργα συντελούνται από μας, διότι ο Θεός κατά την πρόγνωσή του δίκαια εγκαταλείπει αυτόν που απομακρύνεται από κοντά Του και παραχωρεί να γίνονται τα πονηρά έργα ένεκα του αυτεξουσίου μας (Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Ο δίκαιος Θεός μπορεί ασφαλώς να εξαφανίσει το κακό και την αδικία διά μιας και διά παντός απο τη γη. Αυτό όμως σημαίνει βία, καταναγκασμό και εκμηδένιση της ανθρώπινης θελήσεως. Αλλά «αυτό που γίνεται με τη βία δεν είναι ούτε λογικό ούτε αρετή» (Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Εφόσον λοιπόν ο Θεός μας έπλασε ελεύθερες προσωπικότητες, δεν θέλει να προλάβει με βίαιο τρόπο τις κακές συνέπειες που έχει η εκ μέρους μας κατάχρηση αυτής της δωρεάς του. Διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με κατάργηση του ανθρώπου ως εικόνας του Θεού, ως ελεύθερης προσωπικότητος, και μετατροπή του ανθρώπου σε άβουλη μηχανή. Ο Θεός θέλει απεριόριστα το αγαθό και την αρετή. Και θέλει αυτά να γίνονται ελεύθερα, διότι αν γίνονται διά της βίας, χάνουν τον ηθικό και αξιόμισθο χαρακτήρα τους. Δεν αρέσκεται ο Θεός σε πλάσματα που σύρονται βίαια στο αγαθό, όπως τα ανελεύθερα ζώα. Διότι στην πνευματική βασιλεία του μέτοχοι μπορούν να είναι μόνο λογικές, ελεύθερες και ηθικές προσωπικότητες. Γι᾿ αυτό, παρόλο που αποστρέφεται το κακό, το ανέχεται. Και παραχωρεί να γίνεται από τον ελεύθερο άνθρωπο, που αντιστέκεται στο άγιο θέλημά του, δίνοντάς του ταυτόχρονα και ευκαιρίες μετανοίας, διορθώσεως, ασκήσεως της αγάπης και του αγαθού (“Δογματική” Π. Ν. Τρεμπέλα). Επομένως αυτό που διαιωνίζει το όποιο κακό, είναι η δική μας αποστασία, ο δικός μας αμοραλισμός. Όσοι τα γνωρίζουμε αυτά ας προσπαθούμε όχι μόνο να μην αδικούμε, αλλ᾿ ας προσπαθούμε να επικρατήσει η βασιλεία του Θεού, εφαρμόζοντας στη ζωή μας τις άγιες εντολές του και πρωτοστατώντας σε έργα χριστιανικής αγάπης και φιλανθρωπίας. Έτσι το κακό, η πείνα και η κάθε είδους αδικία δεν θα βρίσκουν τόπο μέσα μας και γύρω μας. Η απάντηση αντλήθηκε από το βιβλίο “Ελευθερία: Προνόμιο, δώρο ή πρόβλημα;” του αειμνήστου Νικολάου Βασιλειάδη. agonistes.gr

διαβάστε περισσότερα »

Γιατί το ευαγγέλιο είναι «αλλουνού παπά;»

Υπάρχουν φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά χωρίς να ξέρουμε πώς προέκυψαν ή πώς υιοθετήθηκαν από την λαϊκή μας παράδοση. Μία από αυτές είναι: «Αλλουνού παπά ευαγγέλιο». Η φράση αλλουνού παπά ευαγγέλιο προέρχεται από την λαϊκή παράδοση της Κεφαλονιάς. Πριν από αρκετές δεκαετίες σε ένα μικρό χωριό του νησιού ο παπάς αρρώστησε και δε μπορούσε να λειτουργήσει για αρκετό καιρό. Τότε, ανατέθηκε σε κάποιον άλλο ιερέα να πάει την Κυριακή να λειτουργήσει σε αυτό το χωριουδάκι. Ο ιερέας, όμως, επειδή ήταν αγράμματος στις Ευαγγελικές Περικοπές του Ευαγγελίου του είχε βάλει κάποια σημάδια, ώστε να αναγνωρίζει και να μπορεί να λέει τα ευαγγελικά αναγνώσματα. Μόλις έφτασε στον ναό, διαπίστωσε ότι δεν είχε πάρει μαζί του το δικό του Ευαγγέλιο, συνεπώς αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει αυτό του ναού, στο οποίο βέβαια δεν υπήρχε κανένα σημάδι αφού ο παπάς του χωριού δεν τα χρειαζόταν. Σαστισμένος ο ιερέας ξεκίνησε να λέει το Ευαγγέλιο της Κυριακής του Ασώτου, ώσπου μία φωνή κάποιου από το εκκλησίασμα τον διέκοψε λέγοντας «Τί μας ψέλνεις εκεί παπά; Αυτό δεν είναι το σημερινό ευαγγέλιο!». «Εμ, τι να κάνω;», απάντησε αυτός, που φανταζόταν ότι μπορεί να κάνει λάθος, αλλά προσπαθώντας να «σώσει» το σφάλμα του και να δικαιολογηθεί προσέθεσε: Αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. πηγή: Δόγμα

διαβάστε περισσότερα »

Θεοποιήσαμε το κάθε τι άχρηστο και απορούμε γιατί η ζωή μας πάει κατά διαόλου…

Εσένα ποιος είναι ο θεός σου; Σκοπός είναι το χρήμα. Να βγάλεις, να μαζέψεις, να έχεις για όταν χρειαστείς. Έγιναν τα λεφτά θεός σου. Σκοπός είναι η δόξα. Να σε αναγνωρίζουνε. Να σε θαυμάζουν. Να σε ξέρουν όσο γίνεται άνθρωποι πιο πολλοί. Η δόξα έγινε θεός σου. Σκοπός είναι το σεξ. Να γεύεσαι διάφορα. Να έχεις εμπειρίες. Ότι μπορεί να φανταστεί ο νους. Το σεξ έγινε θεός σου. Σκοπός είναι η σχέση σου. Η γυναίκα σου. Ο άντρας σου. Νόμισες πως θα έρθει και θα καλύψει όλα τα κενά σου. Η σχέση, έγινε θεός σου. Σκοπός είναι η οικογένεια. Η διαιώνιση του είδους. ‘’Ευσεβής’’ σκοπός θα έλεγε κανείς. Έκανες θεό την οικογένεια. Γελάστηκες και εσύ. Σκοπός είναι να γεμίσεις. Να γευτείς τη ζωή. Να φύγεις από εδώ χορτάτος. Έκανες τις εμπειρίες σου θεό. Μα έρχεται εκείνη η ώρα που φεύγει η ψυχή, και πάλι άδειος νιώθεις. Σκοπός είναι να είσαι καλά εσύ. Και όλα τα άλλα άστα. Τα θέλω σου να είναι καλά. Λάτρεψες σαν θεό τον εαυτό σου. Και είναι και άλλοι. Πολλοί θεοί. Αυτοί που στη ζωή σου, άθελα ή ηθελημένα υπηρετείς. Και αν σου μιλήσει κάποιος για Χριστό, ταράζεσαι. Αφρίζεις. Δεν την αντέχεις τέτοια καταπίεση. Για ‘’αγράμματους και κολλημένους’’ λες πως είναι αυτά… Θεοποιήσαμε το κάθε τι άχρηστο και απορούμε γιατί η ζωή μας πάει κατά διαόλου… Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος – Ψυχολόγος M.Sc. e-psyxologos.gr

διαβάστε περισσότερα »

Τα λάθη που μπορούν να σε οδηγήσουν στην απομόνωση είναι τα παρακάτω…

Είσαι απόλυτος Σε μια κουβέντα, σε μια διαφωνία, όσο σοβαρό ή ασήμαντο κι αν είναι το θέμα, τα ξέρεις όλα, είσαι απόλυτος, και δεν δέχεσαι καμια άλλη πληροφορία ή προσέγγιση. Δεν αλλάζεις ποτέ γνώμη. Αμφισβητείς διαρκώς την αξία των άλλων Το να νιώθεις πως κάνεις κάτι καλύτερο από κάποιον άλλο είναι δικαίωμά σου όμως είναι λάθος να το γνωστοποιείς με οποιονδήποτε τρόπο. Είτε με μια ειρωνεία, είτε ξεκάθαρα. Υποτιμάς λεκτικά, αλλά και με τη συμπεριφορά σου τους άλλους Είτε τους αγνοείς, είτε δεν λογαριάζεις ποτέ τις πράξεις ή τη συνεισφορά τους, ή από τα λεγόμενά σου, φαίνεται πως δεν σε απασχολούν. Αδιαφορείς για όποιον διαφωνεί μαζί σου Αν κάποιος δεν συμφωνεί με τις απόψεις σου, είναι καμένο χαρτί. Διάφανος, αόρατος. Φέρεσαι εγωκεντρικά Είτε είναι μια κοινή απόφαση, ένα κοινό πρότζεκτ, μια συνέργεια, ακόμη και κάτι ασήμαντο, όπως το πού θα πας εκδρομή με μια παρέα, αποφασίζεις εσύ για όλους. theomitoros.

διαβάστε περισσότερα »

Η πιο εύκολη αμαρτία.

Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τι μπορεί να είναι βαρύτερο απ’ αυτό; Τι άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ αυτήν. Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ’ αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μια μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: «Τί σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τί σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τί σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»; Αρχίζει. ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν’ απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουθένωση. Από εκεί πέφτει σ’ όσα κατακρίνει. Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουθένωση του πλησίον. Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουθένωση. Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα, οργίστηκε ή πόρνευσε ή κάτι τέτοιο έκαμε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του. Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε. Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση, ώστε και ο ίδιος ο Χριστός να φτάσει να πει: « Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε κοίταξε να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Λουκ. 6, 42). Και παρομοίασε τη μεν αμαρτία του πλησίον με αγκίδα, τη δε κατάκριση με δοκάρι. Τόσο πολύ βαριά είναι η κατάκριση που ξεπερνάει σχεδόν κάθε άλλη αμαρτία. Γιατί να μην κατακρίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τα ελαττώματά μας, που τα ξέρουμε πολύ καλά και που γι’ αυτά θα δώσουμε λόγο στο Θεό; Γιατί αρπάζουμε την κρίση από το Θεό; Τί ζητάμε από το πλάσμα Του; Γιατί θέλουμε να πάρουμε επάνω μας τα βάρη των άλλων; Εμείς έχουμε τι να φροντίσουμε, αδελφοί μου. Καθένας ας έχει το νου του στον εαυτόν του και στις αμαρτίες του. Μόνο ο Θεός μπορεί είτε να δικαιώσει είτε να κατακρίνει τον καθένα, γιατί Αυτός μόνο ξέρει του καθενός την κατάσταση και τη δύναμη και το περιβάλλον και τα χαρίσματα και την ιδιοσυγκρασία και τις ιδιαίτερες ικανότητές του και κρίνει σύμφωνα μ’ όλα αυτά, όπως Αυτός μόνον γνωρίζει. Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ο Θεός τα έργα του επισκόπου και διαφορετικά του άρχοντα, αλλιώς του ηγουμένου και αλλιώς του υποτακτικού, αλλιώς του νέου και αλλιώς του γέρου, αλλιώς του αρρώστου και αλλιώς του γερού. Και ποιός μπορεί να κρίνει σύμφωνα μ’ αυτές τις προϋποθέσεις παρά μόνον Αυτός που δημιούργησε τα πάντα, Αυτός που έπλασε τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα; Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνος αυτός γνωρίζει. Πραγματικά, συμβαίνει να κάνει κάποιος αδελφός μερικά πράγματα με απλότητα. Αυτή όμως η απλότητα ευαρεστεί στο Θεό περισσότερο από ολόκληρη τη δική σου ζωή. Και συ κάθεσαι και τον κατακρίνεις και κολάζεις τη ψυχή σου; Και αν κάποτε υποκύψει στην αμαρτία, πώς μπορείς να ξέρεις πόσο αγωνίστηκε και πόσο αίμα έσταξε, πριν κάνει το κακό, ώστε να φτάνει να μοιάζει η αμαρτία του σχεδόν σαν αρετή στα μάτια του Θεού; Γιατί ο Θεός βλέπει τον κόπο του και τη θλίψη που δοκίμασε, όπως είπα, πριν να κάνει το κακό, και τον ελεεί και τον συγχωρεί. Και ο μεν Θεός τον ελεεί, εσύ δε τον κατακρίνεις, και χάνεις τη ψυχή σου; Πού ξέρεις ακόμα και πόσα δάκρυα έχυσε γι’ αυτό, ενώπιον του Θεού; Και συ μεν έμαθες την αμαρτία, δεν ξέρεις όμως τη μετάνοια. Μερικές φορές μάλιστα δεν κατακρίνουμε μόνο, αλλά και εξουθενώνουμε. Εξουθένωση είναι όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, σαν να τον αποστρέφεται και τον σιχαίνεται σαν κάτι αηδιαστικό. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο και πολύ πιο καταστρεπτικό από την κατάκριση. Όσοι όμως θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν καθόλου τα ελαττώματα του πλησίον, αλλά προσέχουν πάντοτε τις δικές τους αδυναμίες και έτσι προκόβουν. Σαν εκείνον που είδε τον αδελφό του να αμαρτάνει και στενάζοντας βαθιά είπε: «Αλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αυτός, οπωσδήποτε αύριο θα πέσω εγώ». Βλέπεις με ποιό τρόπο επιδιώκει τη σωτηρία του, πως προετοιμάζει τη ψυχή του; Πως κατάφερε να ξεφύγει αμέσως από την κατάκριση του αδελφού του; Γιατί λέγοντας ότι: «Οπωσδήποτε θα αμαρτήσω και εγώ αύριο» έδωσε την ευκαιρία στον εαυτόν του ν’ ανησυχήσει και να φροντίσει για τις αμαρτίες που επρόκειτο δήθεν να κάνει. Και μ’ αυτό τον τρόπο ξέφυγε την κατάκριση του πλησίον. Και δεν αρκέστηκε μέχρις εδώ, αλλά κατέβασε τον εαυτόν του χαμηλότερα απ’ αυτόν που αμάρτησε λέγοντας: «Και αυτός μεν μετανοεί για την αμαρτία του, εγώ όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μετανοήσω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα έχω τη δύναμη να μετανοήσω». Βλέπεις το φωτισμό της θείας αυτής ψυχής; Γιατί όχι μόνον κατάφερε να ξεφύγει από την κατάκριση του πλησίον, αλλά έβαλε τον εαυτό της πιο κάτω απ’ αυτόν. Και εμείς οι άθλιοι, εντελώς αδιάκριτα, κατακρίνουμε, αποστρεφόμαστε, εξευτελίζουμε, αν δούμε ή αν ακούσουμε

διαβάστε περισσότερα »

Ύψωση του Τιμίου Σταυρού: Γιατί νηστεύουμε από το λάδι – Ο βασιλικός και το προζύμι της χρονιάς.

Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού είναι μία από τις σημαντικότερες γιορτές της Ορθοδοξίας. Είναι αρχαιότατη και μια από τις Δεσποτικές γιορτές, τις γιορτές δηλαδή τις αφιερωμένες στο Δεσπότη Χριστό. Η γιορτή συνδέεται με μεγάλα ιστορικά γεγονότα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη πήγε στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να ευχαριστήσει το Θεό για τους θριάμβους του γιου της Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο θείος ζήλος όμως, έκανε την Άγια Ελένη να αρχίσει έρευνες για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού. Επάνω στο Γολγοθά υπήρχε ειδωλολατρικός ναός της θεάς Αφροδίτης, τον οποίο γκρέμισε και άρχισε τις ανασκαφές. Σε κάποιο σημείο, βρέθηκαν τρεις σταυροί. Η συγκίνηση υπήρξε μεγάλη, αλλά ποιος από τους τρεις ήταν του Κυρίου; Τότε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος με αρκετούς Ιερείς, αφού έκανε δέηση, άγγιξε στους σταυρούς το σώμα μιας ευσεβέστατης κυρίας που είχε πεθάνει. Όταν ήλθε η σειρά και άγγιξε τον τρίτο σταυρό, που ήταν πραγματικά του Κυρίου, η γυναίκα αμέσως αναστήθηκε. Η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή σε όλα τα μέρη της Ιερουσαλήμ. Πλήθη πιστών άρχισαν να συρρέουν για να αγγίξουν το τίμιο ξύλο. Επειδή, όμως, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα από το συνωστισμό, ύψωσαν τον Τίμιο Σταυρό μέσα στο ναό σε μέρος υψηλό, για να μπορέσουν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι. Ύστερα από 280 περίπου χρόνια, το 614, οι Πέρσες κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα, έκαναν μεγάλες καταστροφές, πήραν αιχμάλωτο τον Πατριάρχη Ζαχαρία και μαζί τη μεγάλη ασημένια λειψανοθήκη, στην οποία η Aγία Ελένη είχε φυλάξει τον τίμιο Σταυρό. Ο αυτοκράτορας Ηρά­κλειος, ύστερα από 14 χρόνια, έκανε εκστρατεία, έφτασε νικητής ως την πρωτεύουσα της Περσίας, ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους χριστιανούς, πήρε τον τίμιο Σταυρό και τον Πατριάρχη Ζαχαρία και γύρισε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί κατέβηκε στα Ιεροσόλυμα, έβγαλε το βασιλικό στέμμα και ανυπόδητος, σηκώνοντας το κιβώτιο με το τίμιο ξύλο το έφερε στο Γολγοθά. Στις 14 Σεπτεμβρίου και στο ναό της Αναστάσεως, ο Πατριάρχης Ζαχαρίας ύψωσε στον άμβωνα τον Σταυρό κι ο λαός έψαλλε “Σώσον, Κύριε, τον λαόν σον”… Αυτή, λοιπόν, την ύψωση καθιέρωσαν οι Άγιοι Πατέρες, να γιορτάζουμε στις 14 Σεπτεμβρίου, για να μπορέσουμε κι εμείς να υψώσουμε μέσα στις ψυχές μας το Σταυρό του Κυρίου μας. Γιατί νηστεύουμε ακόμη και το λάδι Για την Ανάμνηση λοιπόν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού νηστεύουμε στις 14 Σεπτεμβρίου, επειδή ο Σταυρός είναι Ανάμνηση του Πάθους του Χριστού. Διότι όπως ο κάθε άνθρωπος που κάνει την ανακομιδή (εκταφή) των λειψάνων ενός συγγενή του (για παράδειγμα του πατέρα του, της μητέρας του και άλλων), λυπάται ενθυμούμενος το πρόσωπο αυτό, έτσι και εμείς οι Χριστιανοί βλέποντες τον Σταυρό και αναλογιζόμενοι ότι ο Χριστός Σταυρώθηκε για εμάς τους αμαρτωλούς και ως Άνθρωπος Έπαθε, ταπεινωνόμαστε και δείχνουμε Συντριβή καρδιάς νηστεύοντες. Οι μεν Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, επισημαίνουν ότι “η Εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι Ισότιμη με την Μεγάλη Παρασκευή”, αφού και τις δύο αυτές Ημέρες τιμούμε εξίσου τα Πάθη και την Σταύρωση του Κυρίου. Η Νηστεία κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, “δεν γίνεται για το Πάσχα, ούτε για τον Σταυρό, αλλά για τις αμαρτίες μας… επειδή το Πάσχα δεν είναι υπόθεση Νηστείας και πένθους, αλλά ευφροσύνης και χαράς. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να λέμε ότι πενθούμε για τον Σταυρό. Ούτε για εκείνον πενθούμε. Αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα”. Επίσης νηστεύουμε για να μιμηθούμε τον Κύριο, ο Οποίος ενήστευσε για σαράντα ημερόνυχτα επάνω στο Σαραντάριον Όρος. Έθιμα & παραδόσεις Βασιλικός: Στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού συνηθίζεται να μοιράζεται στις εκκλησίες βασιλικός ο οποίος δίνεται γιατί όταν η Αγία Ελένη επιθεωρούσε τα κτήματα και τα χωράφια της περιοχής, οδηγήθηκε τυχαία σε ένα αρωματικό φυτό το οποίο όταν το μύρισε αισθάνθηκε ότι εκεί κάτω βρισκόταν ο Τίμιος Σταυρός και έβαλε τους εργάτες να σκάψουν. Σκάβοντας τελικά βρήκαν τον Σταυρό του Θεανθρώπου. Έτσι και η Αγία Ελένη ονόμασε το φυτό βασιλικό. Τον βασιλικό που μοιράζει η εκκλησία στους πιστούς τον παίρνουν οι γυναίκες και τον σταυρώνουν στο προζύμι που έφτιαχναν και ύστερα τον έβαζαν σε ένα ποτήρι με νερό ελπίζοντας ότι θα έβγαζε ρίζες και έτσι θα τον φύτευαν ξανά. Αγιασμός: Τον αγιασμό τον έδινε η εκκλησία στους πιστούς για να αγιάσουν το σπίτι τους και για να φτιάξουν το προζύμι της χρονιάς το οποίο ήταν γλυκό και δεν μούχλιαζε. Την ημέρα του της Ύψωσης του Τίμιου Σταυρού οι ναυτικοί συνήθιζαν να δένουν τα καράβια τους και και να μην ταξιδεύουν επειδή υπήρχε μια παροιμία που έλεγε “Του Σταυρού, σταύρωνε και δένε”. Οι αγρότες έφερναν ένα μείγμα από τα δημητριακά που θα έσπερναν μέσα στην εκκλησία για να δεχτούν την ευλογία του πρεσβυτέρου “Βλαστήσαι την γην, και δούναι σπέρμα το σπείροντι, και άρτον εις βρώσιν”.

διαβάστε περισσότερα »

Πρόσφατα άρθρα

Ο Θεός μας δίνει σταυρό για να σωθούμε και εμείς τον πετάμε!

  Ο Θεός μας δίνει σταυρό για να σωθούμε και εμείς τον πετάμε! Και όχι μόνο τον πετάμε, αλλά ζητάμε του Χριστού και τα ρέστα! Δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι… Είμαστε για ξύλο… Όποια η μάχη, τοιαύτη και η νίκη. Στην αγορά του ουρανού, δεν υπάρχουν φθηνά πράγματα. Οι στιγμές του πόνου και της θυσίας είναι στιγμές ευλογίας. Κοντά σε κάθε σταυρό είναι και μία ανάσταση… Με τις θλίψεις σώζεται ο άνθρωπος· χωρίς θλίψεις δεν σώθηκε κανείς. Χωρίς θλίψεις και βάσανα, ας μην περιμένει κανείς ανάπαυση στην πέρα του τάφου ζωή. Με τις πρόσκαιρες θλίψεις, τις οποίες υπομένουμε, εξαγοράζουμε την μελλοντική, την αιώνιο χαρά και ανάπαυση. Υπάρχουν άνθρωποι που γογγύζουν και λένε, να οι άλλοι καλοπερνάνε και κάνουνε τόσες αμαρτίες και εμείς κάνουμε το σταυρό μας, με νηστείες, κοίτα τι τραβάμε! Μα ο Θεός τους έδωσε το σταυρό αυτόν, για να σωθούνε. Γιατί άνθρωπος χωρίς σταυρό, δεν θα πάει στον τάφο του Χριστού, αλλά στον τάφο του διαβόλου. Ο Θεός μας δίνει σταυρό για να σωθούμε και εμείς τον πετάμε! Και όχι μόνο τον πετάμε, αλλά ζητάμε του Χριστού και τα ρέστα! Δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι… Είμαστε για ξύλο… Μας αξίζει!!! Πάρτε τον σταυρό σας, για να πάτε στον παράδεισο! Σε διαφορετική περίπτωση, όταν δεις την Αλήθεια, θα χτυπάς το κεφάλι σου, αλλά θα είναι πια αργά και δεν θα μπορείς να γυρίσεις πίσω για να τα διορθώσεις… Μέσα στις θλίψεις υπάρχει ο Χριστός και μέσα στην ανάπαυση (καλοπέραση) υπάρχει το πνεύμα του διαβόλου, που είναι η αιτία όλων των κακών. Πίσω από κάθε δοκιμασία κρύβεται η αγάπη του Θεού. Γιατί αν δεν προηγηθούν οι πειρασμοί και οι θλίψεις, δεν φτάνει κανείς να γιορτάσει μέσα του, την ανέκφραστη χαρά της θείας επισκέψεως. Άμα σκεφτόμαστε το αιώνιο κέρδος των δοκιμασιών, δεν θα στενοχωριόμαστε. Εάν θέλει ο Θεός να πάσχουμε, άρα έχει κάποιον σωτήριο σκοπό, τον οποίον εμείς οι γήινοι δεν μπορούμε να τον προβλέψουμε, ενώ η υπομονή και η μακροθυμία και το ταπεινό της παραδοχής του πειρασμού, πάντοτε, ναι, πάντοτε, θα φέρει κατόπιν σίγουρη ωφέλεια. Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

διαβάστε περισσότερα »

Όποιος θάβει τα δικά του χαρίσματα, ζηλεύει τα χαρίσματα των άλλων.

  – Γέροντα, πώς θα βοηθηθεί κάποιος που ζηλεύει να ξεπεράσει τη ζήλεια; – Αν γνωρίσει τα χαρίσματα με τα όποια τον έχει προικίσει ο Θεός και τα αξιοποιήσει, τότε δεν θα ζηλεύει και η ζωή του θα είναι Παράδεισος. Πολλοί δεν βλέπουν τα δικά τους χαρίσματα· βλέπουν μόνον τα χαρίσματα των άλλων και τους πιάνει η ζήλεια. Θεωρούν τον εαυτό τους αδικημένο, μειωμένο, κι έτσι βασανίζονται και κάνουν τη ζωή τους μαύρη. «Γιατί αυτός να έχει αυτά τα χαρίσματα κι εγώ να μην τα έχω;», λένε. Μα εσύ έχεις άλλα χαρίσματα, εκείνος άλλα. Θυμάστε τον Κάιν και τον Άβελ; Δεν έψαξε ο Κάιν να βρει τα δικά του χαρίσματα, αλλά κοιτούσε τα χαρίσματα του Άβελ· οπότε καλλιέργησε τον φθόνο προς τον αδελφό του, μετά τα έβαλε και με τον Θεό και τελικά από τον φθόνο έφθασε στον φόνο. Και μπορεί αυτός να είχε περισσότερα και μεγαλύτερα χαρίσματα από τον Άβελ. – Γέροντα, πώς μπορεί κανείς, όταν βλέπει τα χαρίσματα των άλλων, να μη ζηλεύει, αλλά να χαίρεται; – Αν αξιοποιεί τα δικά του χαρίσματα και δεν τα θάβει, τότε θα χαίρεται με τα χαρίσματα των άλλων. Χρόνια τώρα βλέπω εδώ μια αδελφή τι φωνή έχει, τι ευλάβεια, και όμως δεν πάει να ψάλει. Και επειδή το δικό της χάρισμα το θάβει και δεν ψάλλει, μαραζώνει, όταν ακούει την άλλη που δεν έχει και τόσο καλή φωνή να ψάλλει. Δεν σκέφτεται ότι σ’ αυτήν έδωσε ο Θεός καλύτερη φωνή, αλλά δεν την καλλιεργεί. Γι’ αυτό, λέω, ο καθένας να ψάξει να δει μήπως το χάρισμα που βλέπει στον άλλον και το ζηλεύει το έχει και αυτός, αλλά δεν το καλλιεργεί, ή μήπως ο Θεός του έδωσε άλλο χάρισμα. Γιατί ο Θεός δεν αδικεί κανέναν, στον καθέναν έχει δώσει ένα διαφορετικό χάρισμα που θα τον βοηθήσει στην πνευματική του πρόοδο. Όπως ο ένας άνθρωπος δεν μοιάζει με τον άλλο, έτσι και το χάρισμα του ενός δεν μοιάζει με του άλλου. Προσέξατε καμμιά φορά τα αγριομπίζελα που έχετε εκεί κάτω στον φράχτη; Όλα είναι από μία ρίζα, αλλά έχουν διαφορετικά χρώματα και το ένα είναι πιο όμορφο από το άλλο. Και όμως το ένα δεν ζηλεύει το άλλο… Το καθένα χαίρεται με το χρώμα που έχει. Βλέπετε και τα πουλιά; Το καθένα έχει τη χάρη του, το δικό του κελάηδημα. Ας βρει λοιπόν ο καθένας τα χαρίσματα που του έδωσε ο Θεός, ας δοξάζει τον Καλό Θεό, όχι εγωιστικά, φαρισαϊκά, αλλά ταπεινά, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχει ανταποκριθεί στις δωρεές του Θεού, και ας τα αξιοποιήσει στο εξής. – Γέροντα, ζηλεύω μερικές αδελφές, γιατί έχουν ορισμένα χαρίσματα που εγώ δεν τα έχω. – Σ’ εσένα ο Θεός έδωσε τόσα χαρίσματα κι εσύ ζηλεύεις τα χαρίσματα των άλλων; Μου θυμίζεις την κόρη ενός ζαχαροπλάστη που είχαμε στην Κόνιτσα. Ο πατέρας της της έδινε κάθε μέρα ένα μικρό κομμάτι ραβανί, για να μην την πειράξει το μεγάλο, και αυτή έβλεπε τα παιδιά στο σχολείο που έτρωγαν μεγάλο κομμάτι μπομπότα [1] και τα ζήλευε. «Τι μεγάλο κομμάτι τρώνε αυτά! έλεγε. Έμενα ο πατέρας μου μικρό μου δίνει». Ζήλευε την μπομπότα που έτρωγαν τα άλλα παιδιά, ενώ αύτη είχε ολόκληρο ζαχαροπλαστείο και έτρωγε ραβανί! Θέλω να πω, κι εσύ δεν εκτιμάς τα μεγάλα χαρίσματα που σου έδωσε ο Θεός, αλλά βλέπεις τα χαρίσματα των άλλων και ζηλεύεις. Ας μην είμαστε αχάριστοι προς τον Καλό Πατέρα μας Θεό, ο Όποιος έχει προικίσει όλα τα πλάσματά Του με χαρίσματα διάφορα, γιατί Αυτός γνωρίζει τι χρειάζεται ο καθένας μας, ώστε να μη βλαφθούμε. Εμείς όμως πολλές φορές κάνουμε σαν τα μικρά παιδιά και παραπονιόμαστε, γιατί δεν έδωσε και σ’ εμάς ο Πατέρας ένα φράγκο ή ένα δίφραγκο [2], όπως έδωσε στα αδέλφια μας, ενώ σ’ εμάς έχει δώσει ολόκληρο εκατοστάρικο. Νομίζουμε ότι αυτό που έδωσε σ’ εμάς δεν είναι τίποτε, γιατί περνάμε το εκατοστάρικο για χαρτί, και μας συγκινεί το φράγκο ή το δίφραγκο που έδωσε στα αδέλφια μας και κλαίμε και αγανακτούμε με τον Καλό Πατέρα μας! Γέροντας Παΐσιος

διαβάστε περισσότερα »
Χρονολογικό αρχείο

Φόρμα επικοινωνίας

Εορτολόγιο